Μπορεί να ήσουν σκεπασμένη ως το λαιμό με γαρίφαλα, αλλά τον γιακά του μπλε ταγιέρ που σου είχα ράψει το προπερασμένο φθινόπωρο τον είδα καθαρά. Η μύτη του πέτου ξεχώριζε μέσα στην ασπρίλα των λουλουδιών κι έκανε τα μάτια μου να πονάνε.
Το μπλε ήταν το αγαπημένο σου χρώμα, αλλά το ταγιέρ θα έμπαινε στο χώμα σχεδόν αφόρετο. Μεσάτο, με διπλές ραφές και οκτώ κουμπιά στην κάθε μανσέτα, μου είχε βγει η πίστη να το τελειώσω. Όταν ήρθες να το πάρεις, με πέτυχες να ράβω το τελευταίο κουμπί. «Σε τσάκωσα» φώναξες και με φίλησες στο μάγουλο. Έχουν δίκιο που λένε ότι τα φιλιά πάνω από τα σάβανα είναι πιο γλυκά.
Μετά την κηδεία, δεν ακολούθησα στον καφέ. Πριν φύγω από το νεκροταφείο, πήγα να συλλυπηθώ τον άντρα σου, του είπα ποια ήμουν. Μου έσφιξε απαλά το μπράτσο. «Μίλαγε συχνά για σας» είπε. Τα χέρι του ήταν ιδρωμένο. Σκέφτηκα τα δικά σου, άσπρα σαν περιστεράκια. Πετάριζαν εδώ κι εκεί όλη την ώρα, ησυχία δεν είχαν.
Γύρισα στο ατελιέ με τα πόδια. Βήμα το βήμα, μέτρησα εικοσιτέσσερα χρόνια, εφτά μήνες και δώδεκα μέρες. Μέτρησα και τις ώρες, αλλά δεν θέλω να γίνω κουραστική με τόσα νούμερα. Η αλήθεια είναι πως ξέρω ακριβώς πότε σε ερωτεύτηκα. Τύλιγα τη μεζούρα μου για πρώτη φορά γύρω από το μπράτσο σου. Τότε ήταν που μου έριξες εκείνο το χαμηλωμένο βλέμμα. Κι οι σκιές που σχημάτιζαν οι ψεύτικες βλεφαρίδες στα μάγουλά σου με έκαναν να ανατριχιάσω παντού.
Ήσουν καινούρια και δεν σε είχα φακελώσει ακόμα. Είχες έρθει συστημένη να σου φτιάξω ένα φουστάνι για ορκωμοσία. Μόλις σε είδα σκέφτηκα κλος φούστα και στενό κορσεδάκι. Eίχες σουλούπι σαν οκτάρι, στενή μέση, φαρδιά καπούλια και ώμους. Σου άρεσε το μοντελάκι, είπες «εντάξει». Πάντα συμφωνούσες σε ό,τι πρότεινα. Δεν είχα πιο καλόβολη πελάτισσα. Σου έλεγα να κοντύνουμε τη φούστα, να γίνει της μόδας, «καλά λες» απαντούσες. Έλεγα να τη μακρύνουμε, να είναι πιο σικ, «έχεις δίκιο» αποκρινόσουν. Με άφηνες να σου φτιάχνω τα ρούχα όπως ήθελα και σε είχα πάντα στην πένα.
Οι φίλες σου σε τρέλαιναν στις ερωτήσεις. Ήθελαν να μάθουν που έβρισκες εκείνα τα κομμάτια. Έτσι τα έλεγαν τα ρούχα που σου έραβα, «κομμάτια». Δεν ξέρω αν τους είχες πει για μένα, μάλλον όχι, γιατί καμία από δαύτες δεν πάτησε στο ατελιέ μου. Εγώ κολακευόμουν, έλεγα πως με θες όλη για λογαριασμό σου. Δεν είχα δα και έλλειψη πελατείας, σιγά. Καμιά φορά, όταν τύχαινε να μην έρθεις στην πρόβα χωρίς να ειδοποιήσεις, αραιά και που αυτό, σκεφτόμουν πως μπορεί στο βάθος να ήσουν και λίγο παλιόμουτρο. Εξού και τα «ό,τι νομίζεις Βούλα μου», τα παινέματα και τα γλυκόλογα.
Ακόμη κι αν το ήθελα, που όχι, δεν γινόταν να σου κακιώσω. Δεν ήταν μόνο το πως άνοιγες διάπλατα τα χέρια για να με αγκαλιάσεις κάθε φορά που συναντιόμασταν στον δρόμο. Ήταν το χαμόγελο που μου έσκαγες με εκείνα τα χείλια για δάγκωμα, όταν σου άνοιγα την πόρτα. Η γαλακτερή μυρωδιά του κόρφου σου. Και πιο πολύ από όλα, ο τρόπος που δεχόσουν τα πράγματα, όπως τα έφερνε η ζωή. Δεν ήξερες τι σημαίνει γκρίνια. Ούτε παράπονα είχες, ούτε διαμαρτυρίες, ούτε τίποτα. Σαν βασίλισσα. Κι ήθελα να είμαι η υπηρέτριά σου. Να σε ντύνω και να σε ξεντύνω. Να σου χτενίζω τα μαλλιά. Να σε πλένω με το σφουγγάρι, από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Όταν άφηνα το χέρι μου πάνω στο βυζί σου περισσότερη ώρα από όση χρειαζόμουν για να στρώσω τη ραφή στο μπούστο δεν έλεγες τίποτα. Ήξερα πως δε σου άρεσε, αλλά ποτέ δεν με σταμάτησες. Μια φορά μόνο μου άρπαξες το χέρι. Ήταν μετά την εγχείρηση. Το ψεύτικο βυζί δεν καθόταν καλά μέσα στο σουτιέν και δεν μπορούσα να σημαδέψω σωστά τη λαιμόκοψη. Πήγα να το πιάσω να το βάλω στη θέση του κι ήταν σαν να σε χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Έκανες δύο βήματα πίσω κι άρχισες να ντύνεται και να μαζεύεις όπως όπως τα πράγματά σου. Είπε πως είχες αργήσει σε ένα ραντεβού.
Κάθε φορά που σε έβλεπα να στέκεσαι μπροστά μου με τα εσώρουχα, σκεφτόμουν ότι το κορμί σου ήταν φτιαγμένο για αγάπη. Εσένα δεν σου άρεσε. Έλεγες ότι είχες μεγάλη περιφέρεια και χοντρά μπούτια. Πιο πολύ, όμως, σε πείραζαν τα μπράτσα σου. Εκείνη την πρώτη φορά που ήρθες στο ατελιέ για να σου πάρω μέτρα, μου ζήτησες να προσέξω πολύ τα μανίκια γιατί πάντα σε στένευαν στα έτοιμα. Σου είπα να μην έχεις έννοια, όλα θα γίνονταν όπως έπρεπε. Τι περίμενες κι εσύ από ραφές φτιαγμένες από χέρια άνιωθα; Χαμογέλασες και μου ξανάρθε πάλι το ανατρίχιασμα.
Εικοσιτέσσερα χρόνια, εφτά μήνες και δώδεκα μέρες, για να μην βάλω και τις ώρες, τα χεράκια σου τα είχα μη στάξει και μη βρέξει. Παρόλο που δεν με έσφιγγαν όσο είχα ανάγκη κάθε φορά που με αγκάλιαζες. Μανίκια φουσκωτά, ριχτά, κιμονό, ρεγκλάν, λοξά, καμπάνες, τα πάντα. Ό,τι σου γυάλιζε στα περιοδικά, το έφτιαχνα. Ένα συρτάρι έχω γεμάτο με τα πατρόν που έκοβα για τις μπλούζες σου.
Τον τελευταίο καιρό που είχες γίνει πετσί και κόκκαλο, σου τα είχα στενέψει όλα. Τα μανίκια είχαν φαρδύνει, έπεφταν με χάρη. Κοίταζες στον καθρέφτη και καμάρωνες, «κοίτα να δεις» έλεγες. Κι εγώ σκεφτόμουν πως αυτοί που ξέρουν να βρίσκουν το καλό μέσα στο κακό είναι τόσο λίγοι, που πρέπει να τους προσέχουμε σαν τα μάτια μας. Εγώ είμαι εντελώς άχρηστη σε αυτά τα πράγματα, μόνο τη μαυρίλα μπορώ να βλέπω.
Γιαυτό κι έπαθα εκείνη την κρίση. Δύο μερόνυχτα έκλαιγα χωρίς σταματημό. Στην κηδεία δεν έχυσα δάκρυ, μου είχαν τελειώσει από τότε. Είχες φέρει ένα σταμπωτό να σου φτιάξω πουκάμισο κι έπρεπε να σου πάρω πάλι μέτρα γιατί είχες χάσει κι άλλο βάρος. Τα χέρια σου είχαν απομείνει δυο κλαράκια. Όσο καλά τα καταφέρνω με τη βελόνα, τόσο χάλια τα πάω με αυτό που λένε «διαχείριση συναισθημάτων».
Τη μπλούζα την τέλειωσα δύο μέρες πριν χαιρετήσεις. Δεν φάνηκε κανείς από το σπίτι σου να τη ζητήσει. Κρέμεται σιδερωμένη στην κρεμάστρα. Αποκλείεται να μου χωράει. Θα την απλώσω πάνω στο γυμνό στήθος μου σαν σεντονάκι. Θα νιώσω την απαλότητα του βαμβακερού στο δέρμα μου. Και θα καταφέρω επιτέλους να σε κοιμήσω στην αγκαλιά μου.