Friday, 8 July 2022

Παραλιακή

Η μνήμη, σε κάποιες περιπτώσεις, διαρκεί μόνο όσο κάνει να σβήσει μια μελανιά, μικρή και στρογγυλούτσικη, στο μπράτσο. Άλλες φορές πολύ περισσότερο. Η αλήθεια είναι οτι στο ξερό κροτάλισμα που ταράζει τον βραδινό αέρα λίγο πριν σκάσει το πρώτο πυροτέχνημα, εκεί κρύβεται η μεγάλη κάβλα. Κι ακόμα πιο πολύ σε αυτήν την αχνή και συνάμα βαθιά πορτοκαλί ζώνη που χωρίζει τον μπλε ουρανό από τις σιλουέτες δέντρων, σπιτιών και όσων πραγμάτων ορθώνονται στη γη μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι ακριβώς όπως περιγράφει τώρα τον ορίζοντα πάνω από την Καστέλα και το Φάληρο.


 

Tuesday, 3 May 2022

Στη βεράντα

Έντεκα και κάτι, πρωί Κυριακής. Πάνω από έναν δρόμο άδειο ο αέρας φέρνει αδέσποτες ψιχάλες, λεπτές σαν χάδι.
Ο καφές κρυώνει στο μεγάλο φλιτζάνι, όπως πάντα, μα εσχάτως άνευ ζάχαρης.
Έτσι συμβαίνει συνήθως, μα γίνεται αποδεκτό μόνον υπό την προϋπόθεση να έχεις γλυκαθεί στη ζωή επαρκώς. 
Αναμφίβολα, όλα γίνονται για να οδηγηθείς εκεί, εφόσον καταφέρεις να αφεθείς στο ρεύμα. 
Στην ισορροπία, αυτή είναι ο σκοπός, όχι του σχοινοβάτη στο τσίρκο, αλλά της ζυγαριάς, της πλάστιγγας όπως λένε. Ισορροπία ίσον αυτοπραγμάτωση. 
Εγώ, βεβαίως, που είμαι Καρκίνος με ωροσκόπο Λέοντα ουδέποτε ταίριαξα με Ζυγό.
Μόνη εξαίρεση ο Τάκης, ο οποίος κατά τα άλλα δεν πρέπει να εξαιρεθεί. Λόγω αυταρέσκειας, κυρίως.
Συμπέρασμα: είναι ανώφελο να αντιστρατεύεσαι τα αστέρια, ούτε αυτά στον ουρανό, ούτε κι εκείνα στο στομάχι.
Φοβερή περίπτωση ο Τάκης. 
Τον γνώρισα με μαλλιά ξανθά, ως τους ώμους. Σε τούτη τη φωτογραφία κανείς από τους δύο μας δεν έχει συμπληρώσει τα είκοσι. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα κουρεύτηκε. Ουδεμία ομοιότης με τον Σαμψών. 
Εν πάσει περιπτώσει, με κοντά ή μακριά μαλλιά, ο Τάκης δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον έρωτα που τον κατέτρωγε. Αυτόν του εαυτού, το μέγα πάθος. 
Να αφεθείς. Μια κουβέντα είναι. Αλήθεια, πότε σταματά η προσπάθεια;
Είναι μοιραίο να υπάρχει ένας στόχος. Κι εργαζόμαστε, εργαζόμαστε…
Ερώτηση: Η ανάπαυλα, είναι κάτι υπαρκτό;
Όταν πήγαινα στο σχολείο ήμουν καλή μαθήτρια, είχα έναν στόχο.
Αργότερα απέκτησα περισσότερους. Αυξάνονταν σαν τα ζιζάνια στα παρτέρια της πλατείας. 
Κατάρτιζα σχέδια, τις περισσότερες φορές με συντροφιά. Αρχές καλοκαιριού, λίγο μετά τη δύση του ηλίου, με ένα ποτήρι κρασί ανά χείρας. Πρόσωπα γελαστά και μπράτσα μπλεγμένα μπροστά στο φακό. Τον κράταγε κάποιος άγνωστος περαστικός. Το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής περιόδου είχε δοθεί. Ο Τάκης δεν είχε έρθει. 
Οι φορές που έλειπε ήταν πολλές, κάτι σαν συνεχόμενη απουσία.
Όλη η ιστορία μια αναχώρηση θα μπορούσε να πει κανείς, εγώ όχι.
Η ορολογία φέρει βαριές αποσκευές. Με πείσμα αρνούμαι να τις κουβαλήσω. 
Είναι μια συνήθεια που απέκτησα πολλά χρόνια πριν, να αρνούμαι. Ό,τι πήγαινε να μου φορτωθεί το έστελνα στην ευχή του Θεού. Απλώς μία συνήθεια. 
Την υιοθέτησα ένα απόγευμα, στην κουζίνα. Η αποκάλυψη άστραψε πίσω από την κατεβασμένη τέντα. Έτρωγα μια φέτα ψωμί που είχε αλείψει με βούτυρο η μαμά. 
Ακόμη ένα συμπέρασμα: η εξαίρεση που γίνεται κανόνας μπορεί να κρατηθεί μοναχά από τα άκρα, πάγος-λαύρα.
Είναι τα χρόνια που σε κάνουν να παινεύεις αυτό που μια ζωή απαξίωνες, την περίφημη μέση οδό, ε; 
Πάγος-λαύρα ο Τάκης, το μέσο ανύπαρκτο. Εδώ, στα γενέθλιά του, ακτινοβολεί ψυχρό φως μέσα σε αφόρετο πουκάμισο. Δώρα αμέτρητα, διαλεγμένα ενδελεχώς μέχρι χρώματος κορδέλας πακέτου. Μπλε ουλτραμαρίν, τυρκουάζ του ουρανού, σμαραγδί, γαλάζιο, λευκό του πάγου. Στην πίσω επιφάνεια της φωτογραφίας κάποιος, ίσως ο ίδιος, έγραψε «Σεπτέμβριος ‘97», τρεις μήνες πριν φύγει για πάντα. 
Η προσπάθεια δεν σταματάει ποτέ, αναμφίβολα. 
Πεποίθηση: θα προσπαθήσω, κι έπειτα θα ξαποστάσω, ένα είδος ανταμοιβής, μια απόλαυση. 
Μα δεν σταματάς, ακόμα κι αν δεν υπάρχει λόγος προσπάθειας, τον οποίο κάποιος θα έλεγε «αντικειμενικό», όχι εγώ. Σαν τα παιδιά που δεν κατάφεραν ποτέ να έρθουν. 
Πάντοτε θα υπάρχει μία κοπέλα με εκφραστικά μάτια, σχεδόν άγνωστη, που θα σε κοιτάξει βουρκωμένη. Αλλά και κάποια γνωστή, επιστήθια φίλη, που θα αφήνει το σπλάχνο της στην αγκαλιά σου με απερίγραπτη ευκολία. Κι εμπιστοσύνη βεβαίως. 
Κάποιες στιγμές η φιλία γίνεται πιο δυνατή από τη μητρότητα κι η μητέρα εκτινάσσεται για λίγο στους ουρανούς σπρωγμένη από τα προωθητικά αέρια της ανωτερότητάς της. 
Όπως εκείνον τον Σεπτέμβριο, στον θερινό κινηματογράφο της γειτονιάς, η Μαρία με κίτρινο βαμβακερό, η κόρη της στα κόκκινα κι εγώ με μπεζ λινό. Μας είχε φωτογραφήσει ο διπλανός. Εκείνη του το είχε ζητήσει. Σαν να την έχω μπροστά μου να χαμογελά αφοπλιστικά δείχνοντας στον άνδρα ποιο κουμπί έπρεπε να πατήσει. Λίγο πριν ξεκινήσει η Μπλε ταινία. 
Σκέψη: ίσως με τους ομοίους σου τα πάντα είναι πιο εύκολα, η ζωή. 
Έτσι έκανα κι εκείνο το ταξίδι. Και ως καθυστερημένη συμμόρφωση στη μητρική συμβουλή. 
Η μαμά, που εδώ μισοκλείνει τα μάτια στην αντηλιά, έλεγε πετυχημένα αστεία. Συχνά τραγουδούσε. 
Κάνε κάτι καλό για τον εαυτό σου, έλεγε. Μην περιμένεις τους άλλους. 
Κάνε κάτι. Ας πούμε, ένα ταξίδι, όσο γίνεται πιο μακρινό. Να έχεις να θυμάσαι. 
Τον τέλειο κώνο του Φουτζιγιάμα στη βροχή και τα ρουθούνια γεμάτα από την οσμή των βρεγμένων ρούχων μας. Την ομπρέλα στο ένα χέρι και τη φωτογραφική μηχανή στο άλλο. Την παρέα. 
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι να γνωρίζεις πότε είναι η τελευταία φορά. Αν πρόκειται για αυτήν δηλαδή. Να μπορείς να εκτιμήσεις το βάρος της περίστασης. 
Όταν ξέρεις ότι είναι η τελευταία φορά, όλα είναι διαυγή και στιλπνά, σαν ορεία κρύσταλλος. Γλιστρούν, καταπίνονται. 
Όπως στην φωτογραφία με το Φούτζι και αυτή τη γνώση να ξεχειλίζει από τα χαμογελαστά χείλη μας. Μια κάποια σοφία που οδηγεί στον εξευγενισμό της μορφής. Αυτή είναι η αιτία της τόσης ομορφιάς μας, παρά τα κολλημένα από τη βροχή μαλλιά και τα περασμένα χρόνια. 
Υπαρκτή για κάποιους μόνο, η τελευταία φορά που καταφτάνει αθόρυβη, απρόβλεπτη, συχνά μασκαρεμένη, έχει εκτόπισμα αντιστρόφως ανάλογο. Συχνά απλωμένο σαν χαλί-διάδρομος, για δεκαετίες. 
Το ύπουλο της φύσης της σταλάζει δηλητήριο με αναδρομική δράση. 
Ήσουν τάχα ποτέ σε θέση να γνωρίζεις ότι εκείνη τη στιγμή μιλούσες στο τηλέφωνο με τη μαμά, γευμάτιζες με τους κουμπάρους, φορούσες το εμπριμέ φουστάνι, ακουμπούσες τη σκούπα στη γωνία, έκλεινες το παράθυρο για τελευταία φορά; 
Τα κουφώματα της απέναντι μονοκατοικίας σφραγίστηκαν τρία χρόνια πριν. Πίστεψα πως ήταν για τελευταία φορά, μα ο ανηλεής αέρας της χτεσινής βραδιάς κατάφερε να ανοίξει ένα από τα ξύλινα παντζούρια. Ο μοναχικός εσταυρωμένος στον λευκό τοίχο δείχνει την κρεβατοκάμαρα. 
Ο χτύπος του ξύλου είναι το σινιάλο. Με τις φωτογραφίες στην τσέπη και το μισοάδειο φλιτζάνι στο χέρι, κλείνω την μπαλκονόπορτα. Η βροχή έχει σταματήσει.
 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Monday, 2 May 2022

Βισουάβα Σιμπόρσκα, Άνθρωποι στη γέφυρα (1985)

Παράξενος τούτος ο πλανήτης και παράξενοι οι άνθρωποι σ’ αυτόν. 

Υπόκεινται στο χρόνο αλλά δεν θέλουν να τον αποδεχτούν.

Έχουν δικούς τους τρόπους να εκδηλώνουν την αντίθεσή τους,

Φτιάχνουν μικρές εικόνες, όπως για παράδειγμα αυτή:


Με την πρώτη ματιά τίποτα το ιδιαίτερο.

Βλέπεις νερό.

Και μια από τις όχθες του.

Και ένα μονόξυλο που με κόπο πλέει κόντρα στο ρεύμα.

Και πάνω απ’ το νερό μια γέφυρα, και σ’ αυτήν βλέπεις ανθρώπους.

Οι άνθρωποι φανερά επισπέυδουν τα βήματά τους

γιατί από το σκοτεινό σύννεφο

μόλις άρχισε να τους μαστιγώνει η βροχή.


Το ζήτημα είναι πως τίποτα περαιτέρω δεν συμβαίνει εδώ.

Το σύννεφο δεν αλλάζει χρώμα ούτε σχήμα.

Η βροχή ούτε μανιάζει ούτε κοπάζει.

Το μονόξυλο πλέει χωρίς να κινείται.

Οι άνθρωποι στη γέφυρα τρέχουν

ακριβώς εκεί όπου έτρεχαν και πριν.


Είναι δύσκολο να το αφήσουμε ασχολίαστο.

Αυτή η εικόνα διόλου είναι αθώα.

Σταμάτησαν εδώ το χρόνο.

Έπαψαν να υπολογίζουν τους νόμους του.

Του στέρησαν την επιρροή στην εξέλιξη των γεγονότων.

Τον αγνόησαν και τον πρόσβαλαν.


Εξαιτίας ενός επαναστάτη,

κάποιου Χιρόσιγκε Ουταγκάουα

(μιας ύπαρξης που άλλωστε

έφυγε πολύ πριν καιρό και στην ώρα του),

ο χρόνος σκόνταψε και έπεσε.


Μπορεί αυτό να είναι μόνο μια σκανταλιά άνευ σημασίας,

μια αταξία σε κλίμακα μερικών μόνο γαλαξιών,

σε κάθε περίπτωση ωστόσο

ας προσθέσουμε το εξής:


Οι καλοί τρόποι εδώ επιβάλλουν

αυτή η εικόνα να χαίρει υψηλής εκτίμησης,

να μαγεύει και να συγκινεί από γενιά σε γενιά.


Αλλά υπάρχουν και κάποιοι που ούτε αυτό τους αρκεί.

Εκείνοι ακούν ακόμη και το θόρυβο της βροχής,

νιώθουν την ψύχρα των σταγόνων στους λαιμούς και στις πλάτες τους,

κοιτάζουν τη γέφυρα και τους ανθρώπους πάνω της

σαν να βλέπουν εκεί τους ίδιους τους εαυτούς τους,

στην ίδια κούρσα, η οποία ποτέ δεν ολοκληρώνεται

σ’ έναν ατέλειωτο δρόμο προς την αιώνια εκτέλεση,

και έχουν το θράσος να πιστεύουν

ότι είναι πραγματικά έτσι.

[από τη συλλογή Ανθρωποι στη γέφυρα (1985)

μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε στο Η ζωή εδώ και τώρα

(2021, μτφρ. Μπ. Ζούλκιεβιτς για τις εκδόσεις Καστανιώτη)]


 






Sunday, 1 May 2022

Βροχή, Γιάννης Ρίτσος (1969-1970)

Μοναχός περπατάει στη βροχή, φτάνει στο σπίτι του, 
τινάζει τ’ άδιάβροχο στο διάδρομο, το κρεμάει στην κρεμάστρα,
ανεβαίνει τή σκάλα, στέκεται μπρός στό παράθυρο,
κοιτάζει τη βροχή πίσω απ’ τα τζάμια, θυμάται
τα παλιά σκουριασμένα κλειδιά στον πάγκο του υπογείου,
θυμάται πως ποτέ δε βρέχει μέσα στον καθρέφτη
και πως δεν έχει καμιά σημασία πού βρέχει ή πού δε βρέχει.
Το σώμα πιά των γυναικών είναι γκρίζο με μαύρες ραβδώσεις.  
 
Γιάννης Ρίτσος, από τη συλλογή Χειρονομίες (1969-1970) 
 

 

 
 

Saturday, 23 April 2022

Όταν έχω εσένα νιώθω σαν παιδί

Όταν έχω εσένα, μπορώ να ονειρεύομαι ξανά

Ανοίγω μες τη θάλασσα πανιά

Και πιάνω με τα χέρια μου τον κόσμο να τον φτιάξω

Όταν έχω εσένα, μπορώ να μη βυθίζομαι αργά

Τα βράδια που πληγώνεται η καρδιά και πιάνω το μαχαίρι το σκοτάδι να χαράξω



 

 

 

 

 

Όταν έχω εσένα

Sunday, 17 April 2022

Κυριακή πρωί

Τα νεαρά φύλλα της μουριάς, μαμά, είναι τόσο τρυφερά, που ο αέρας ανάμεσά τους ακούγεται σαν τη βροχή που έρχεται



Friday, 25 March 2022

Thymus Vulgaris

Χρόνια είχαν στην παραλιακή ταβέρνα να δουν τέτοια φασαρία. Οι σερβιτόροι έχασαν τα λόγια τους, το ίδιο κι η παρέα της. Οι θαμώνες στα γύρω τραπέζια γύρισαν και κοιτούσαν απροκάλυπτα. Ο ιδιοκτήτης έτρεξε στο τραπέζι τους ζητώντας να μάθει ποιο ήταν το πρόβλημα. Εκείνη φώναζε πως ήταν όλοι ανίκανοι. Ούτε μια μια απλή δουλειά δεν μπορούσαν να κάνουν. Το είχε δηλώσει ξεκάθαρα όταν έδωσαν παραγγελία. Μόνο θυμάρι, θυ-μά-ρι. Δεν ήθελε ρίγανη στη σαλάτα, αλλά θυμάρι. Και στη μπριζόλα. Ήταν σαφέστατη, κραύγαζε, πουθενά δεν έπρεπε να έχει μπει ρίγανη. Με τεντωμένα τα δάχτυλα πίεζε τα χέρια στο τραπέζι. Η ρίγανη της έφερνε εμετό, ούτε τη μυρωδιά της δεν άντεχε, ήταν τρελοί που θα την έβαζε στο στόμα της; Ήθελε θυμάρι, τέλος. Τα τριμμένα φύλλα αυτού του αγγειόσπερμου, δικότυλου φυτού της τάξης των σωληνανθών, της οικογένειας των χειλανθών. Μονάχα αυτά, παντού αυτά. Τη ρίγανη την έβρισκε αηδιαστική. Τα συναισθήματά της για το θυμάρι, γνωστό μεταξύ των βοτανολόγων ως «Θύμος ο κοινός» (λατ. Thymus vulgaris), ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα. Πράγματι, με τους όρθιους βλαστούς του, ο μικρός αυτός θάμνος, είχε υπάρξει στόχος πολυετών αναζητήσεων. Στις παρυφές χωμάτινων μονοπατιών ή ανάμεσα σε βράχια ή ρίζες δέντρων. Από τότε που πήγαινε στο Δημοτικό, μπορεί και νωρίτερα. Αυτό μάλλον οφειλόταν στα μικρά άνθη του, μωβ σαν της λεβάντας, αλλά πιο όμορφα. Ή, ακόμα πιο πιθανό, στη μυρωδιά του.

Το ότι το θυμάρι είναι εξαιρετικά κοινό στις περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο ήταν μία εξαιρετικά ευτυχής συγκυρία. Αφού από τα εβδομήντα περιμεσογειακά είδη που έχουν εντοπισθεί, τα εικοσιτέσσερα φυτρώνουν στην Ελλάδα. Εκείνη μάζευε αγριοθύμαρο, τον «Θύμο τον κεφαλωτό» (λατ. Thymus capitatus), που ευδοκιμεί σε άγονες περιοχές με ξηρό κλίμα στο νότιο τμήμα της χώρας. Με τον πριονωτό σουγιά στο χέρι και τα λευκά μου πέδιλα γεμάτα χώμα λεπτό, σαν να έχει περάσει από κόσκινο. Κι αν τύχαινε να προσπεράσω κάποιον θάμνο χωρίς να τον προσέξω, μου φώναζε «επ» τραβώντας τη φωνή του. Ήταν ένα από τα συνθήματά μας.

Όταν ξεραθούν, τα φύλλα του θυμαριού αποκτούν καφεπράσινο χρώμα και θρυμματισμένα αναδύουν πλούσιο άρωμα κι έχουν γεύση δυνατή και πιπεράτη. Μαζί με τους αποξηραμένους ανθούς χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό, το οποίο είναι εξαιρετικά δημοφιλές. Μα το πιο εκλεκτό προϊόν του θυμαριού είναι, δίχως αμφιβολία, το μέλι. Στο νησί πάντα κατέβαιναν το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου. Τότε έπαιρνε την άδειά του. Όταν τα μωβ ανθάκια έλαμπαν σαν πετράδια κάτω από τον ήλιο. Ο αέρας από τους θυμαρότοπους φέρνει πάντα τη μυρωδιά διακοπών. Όσο, όμως, ανθεκτικός κι αν είναι ο θάμνος, τόσο ευαίσθητο είναι το άνθος του. Αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως ανωμαλία ή ελάττωμα, αλλά ως φυσικό επακόλουθο, ώστε να επιτυγχάνεται η αναγκαία ισορροπία. Όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις.

Για να δώσει νέκταρ, το θυμάρι χρειάζεται να έχουν πέσει αρκετές βροχές την άνοιξη, απαλές και ποτιστικές. Και μια καλή γύρω στα μέσα του Μάη. Αν, όμως, βρέξει κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας, οι μέλισσες σταματούν να μαζεύουν νέκταρ. Είναι τα μουσκεμένα πέταλα που τις απωθούν. Μια καλοκαιρινή βροχή στο νησί, όσο ευχάριστη κι αν είναι, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για το θυμάρι. Είναι το παράκαιρο του πράγματος. Η παύση της νεκταροέκκρισης. Να σημειωθεί, παρόλαυτα, ότι αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσωρινή κατάσταση, μιας και το φυτό επανέρχεται με μεγαλύτερη ορμή. Έτσι, κερδίζεται ο χαμένος χρόνος. Αντίθετα, ο αέρας είναι κατά κοινή ομολογία καταστροφικός. Κυρίως επειδή είναι απρόβλεπτος. Ψυχρός, ορμητικός κι ανεξέλεγκτος, σαν τα μελτέμια. Και τον λίβα που ξεραίνει τα άνθη και ματαιώνει τη νεκταροέκκριση, για πάντα. «Τον γλυκό νοτιά που δροσίζει τις νύχτες», έτσι έλεγε ο μπαμπάς, «αυτόν αποζητά το θυμάρι». Και φύσαγε τον καπνό από το τσιγάρο ψηλά, στον αέρα.

Το μονοπάτι για το κτήμα είναι απότομο και κακοτράχαλο. Μοιάζει με κοίτη ρέματος. Ένα σχεδόν χαλασμένο καλντερίμι με πλάκες γυαλισμένες από το ποδοπάτημα. Κουράγιο. Μα όσο κι αν στυλώνω τα μάτια μου στους ιριδισμούς που κάνει το φως στην ψευδοροφή, έτσι όπως το αντανακλούν τα στολίδια στην μπλούζα μου, δεν καταφέρνω να διώξω αυτήν την αίσθηση. Είναι σαν ένα αργό φτερούγισμα, μοιάζει με το ασυναίσθητο σβήσιμο της χαράς. Είπε ότι πάει να καπνίσει μα έχει περάσει πάνω από μισή ώρα. Θέλω να πάω να τον ψάξω στο κατάστρωμα. Αν το κάνω, θα χάσουμε τις θέσεις που με κόπο βρήκε όταν επιβιβαστήκαμε. Θα μπορούσα να ζητήσω από το διπλανό ζευγάρι να μου τις φυλάξουν, αλλά οι σκούρες στάμπες στις μασχάλες του πουκαμίσου του άντρα με σταματούν. Όπως και πριν, όταν μου χαμογέλασε κι εγώ υποκρίθηκα ότι κοιμόμουν. Αλλά τα μάτια μου δεν ήταν εντελώς κλεισμένα. Καθισμένη σε μια πλατιά πέτρα, θερμασμένη από τον ήλιο, έπινα νερό από παγούρι. Εκείνος δεν δίστασε. Έγειρε προς το μέρος μου και ρώτησε αν με πείραζε το σακ βουαγιάζ που είχε σπρώξει κάτω από το τραπεζάκι. Αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. Αποκαλώντας με «κυρία» θέλησε να μάθει αν ήμουν σίγουρη ότι η τσάντα δε με ενοχλούσε. Πρόσεξα ότι η γυναίκα που τον συνόδευε στεκόταν στην άλλη άκρη του σαλονιού, στην ουρά που είχε σχηματιστεί στο μπαρ. Έκλεισα ξανά τα μάτια δίχως να απαντήσω. Ο νοτιάς που στεγνώνει τα ιδρωμένα μου μπράτσα μυρίζει θυμάρι και τσιγάρο. Τώρα ο άντρας με αγνοεί αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Δεν μπορώ να του ζητήσω τίποτα. Το πλοίο είναι τόσο γεμάτο, που κάποιοι κάθονται οκλαδόν σε πετσέτες θαλάσσης στρωμένες στο πάτωμα. Πίσω μου δύο αγόρια καυγαδίζουν. Είναι αδύνατο να συνεχίσω να υποκρίνομαι ότι αγνοώ την απουσία του. Το αριστερό μου μάτι τσούζει, σαν να έχει μπει σκόνη μέσα. Σε λίγο θα αρχίσει να τρέχει.

Η αλήθεια είναι ότι τα τσιγάρα του μπαμπά έχουν δημιουργήσει πολλά προβλήματα, ακόμη και καυγάδες. Όπως που είχαμε αναγκαστεί να φύγουμε από τον κινηματογράφο γιατί του είχαν ζητήσει να σβήσει το τσιγάρο. Ίσως αποφάσισε να καπνίσει δύο, το ένα μετά το άλλο, μπορεί και τρία. Μου έχει πει ότι ο καπνός έχει πιο ωραία γεύση στη θάλασσα. Μπορεί να βρήκε θέση στο κατάστρωμα κι αποφάσισε να καπνίσει δυο τσιγάρα στον θαλασσινό αέρα. Ο μπαμπάς ρεμβάζει ακουμπισμένος στην κουπαστή κι εγώ γδέρνω το χέρι μου περνώντας το πάνω από ολόκληρη την επιφάνεια του θάμνου. Τον κάνω να μοσχοβολήσει. Δεν είναι ότι με πειράζει που με άφησε μόνη, ούτε φοβάμαι τον κόσμο τριγύρω. Παρόλο που οι ματιές του διπλανού έχουν γίνει επίμονες. Γλυκός νοτιάς. Με το απλωμένο χέρι του ο μπαμπάς μου δείχνει τα ξύλινα κιβώτια, τοποθετημένα σε δύο σειρές στο διπλανό χωράφι. Αναρωτιέμαι πόση ώρα απομένει ακόμα μέχρι να φτάσουμε. Η αβεβαιότητα δε με αφήνει να κλείσω τα βλέφαρα γλυτώνοντας από τις ιδρωμένες μασχάλες. Ένα παιδί πέφτει με φόρα στην πλάτη της πολυθρόνας μου και την τραντάζει. Σηκώνομαι και πηγαίνω προς την έξοδο δίχως να πω τίποτα σε κανέναν. Δεν ρίχνω ούτε μία ματιά πίσω μου.

Πίσω από το θολό τζάμι ο ήλιος δύει. Καλύτερα έτσι. Στραμμένο προς την πρύμνη, θα τον βρω στο τρίτο κατάστρωμα, το πιο ψηλό, με τον γιακά του μπουφάν σηκωμένο. Θα δω την καύτρα του τσιγάρου του από μακριά να κάνει σινιάλα. Θα με βάλει να καθίσω στον αριστερό του μηρό και θα περάσει το χέρι του γύρω από τους ώμους μου για να με προστατεύσει από τη βραδινή δροσιά. Κι ανάμεσα σε βαθιές ρουφηξιές καπνού θα ξεκινήσει να μου λέει για την πεντάμορφη βασιλοπούλα, την κόρη του Μελισσέα, που με τη βοήθεια της αδελφής της ανάθρεψε τον νεογέννητο Δία, σε μια σπηλιά στην Κρήτη. Με μέλι και γάλα. Και που, για να την τιμωρήσει ο Κρόνος την μεταμόρφωσε σε σκουλήκι της γης. Την ώρα που θα λέει «αχ, συμφορά μου», με την τσιριχτή φωνή της Μέλισσας, θα με σφίξει πάνω του και θα μυρίζω την τσιγαρίλα στα ρούχα του. Κι έπειτα ο Δίας θα δώσει φτερά στο ταπεινό έντομο. Επιταχύνω το βήμα μου για να προλάβουμε, η ιστορία είναι μεγάλη.

Σπρώχνει με τον ώμο την βαριά σιδερόπορτα μισοκλείνοντας προκαταβολικά τα μάτια γιατί έχει νυχτώσει καταμεσής της θάλασσας. Βγάζει το δεξί πόδι έξω από την πόρτα κι η σόλα της κάνει ένα ήχο ξερό, σχετικά ευχάριστο καθώς έρχεται σε επαφή με την τσιμεντένια πλάκα του πεζοδρομίου. Παρόλο που δεν φοράει ρολόι, ξέρει ότι έχει καθυστερήσει. Μετακινεί τον ιμάντα της τσάντας της στον ώμο γιατί έχει αρχίσει να την κόβει, έτσι βαριά που είναι. Πίσω από την τζαμαρία που έχει αρχίσει να τη στιγματίζει η βροχή ο μπαμπάς χαμογελάει και υπόσχεται. Θα πάνε και φέτος να μαζέψουν θυμάρι. Το χώμα μέσα στα πέδιλά της δεν θα την ενοχλεί, καθώς θα σκαρφαλώνει στις ξερολιθιές. Κι εκείνος θα τρίβει με το χέρι του τα ανθάκια κι έπειτα θα το κρατάει μπροστά στη μύτη του. Κλείνοντας τα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα. 


 

Sunday, 20 March 2022

Η βροχή στο Στοart

Η βροχή, μοτίβο λύπης, συνθήκη ύφεσης αλλά και ευφραντικής κάθαρσης και δυνητικής γαλήνης, λειτουργεί εδώ ως ένα κυριολεκτικό και εννοιολογικό πεδίο ύφανσης, μέθεξης και διείσδυσης. Ως τόπος αυτοτελής, άλλοτε αφαιρετικός και άλλοτε παραστατικός, που εμπεριέχει λεπταίσθητες υφές και οργανικές αρχετυπικές φόρμες, άχραντες σιωπές και ενδιάμεσες μετέωρες συνομιλίες. Ως κυριολεκτικό και ψυχικό υγρό τοπίο ανθρώπων, μεταπτώσεων και καταστάσεων που συντελούνται στον αστικό ιστό, στη σφαίρα του μύθου ή στο υπαίθριο διάσελο (https://www.stoart.gr/stoart-vroxh)





 

 

Wednesday, 9 March 2022

Μικρή βαλίτσα

Στην είσοδο του χωριού τράβηξε την προσοχή μου ένα χωράφι με ανθισμένες αμυγδαλιές και σκέφτηκα ότι δεν είχα ξαναπάει ποτέ χειμώνα. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στον αμαξιτό. Με τα σακ-βουαγιάζ στους ώμους πήραμε το ανηφορικό λιθόστρωτο που έβγαζε στο σπίτι. Φυσούσε ένας τσουχτερός αέρας που έδιωξε μεμιάς τη νύστα του ταξιδιού. Μας υποδέχτηκε η αδελφή της μητέρας μου που ζούσε μόνιμα στο χωριό κι είχα να τη δω πάνω από τέσσερα χρόνια. Καθίσαμε στη σάλα και μας έφτιαξε καφέ. Έφερε και κάτι λουκούμια περγαμόντο που ήταν λίγο σκληρά. Ο παππούς κοιμόταν.

Το επόμενο πρωί πετάχτηκα να πάρω ψωμί κι ο φούρναρης με θυμήθηκε. Με ρώτησε πώς έβλεπα τα πράγματα με τον παππού κι εγώ του απάντησα άσχημα. Ανασήκωσε τους ώμους, μεγάλοι άνθρωποι, τι να κάνουμε, είπε. Βγήκα από τον φούρνο, με τη φρατζόλα κάτω από τη μασχάλη, την ώρα που πέρναγε από το στενό. Χωρίς να το σκεφτώ, κοντοστάθηκα να του μιλήσω, μα δε με είδε. Συνέχισε να περπατάει, με ένα ογκώδες σακίδιο στους ώμους. Έτσι όπως στεκόμουν καταμεσής του δρόμου, ένιωσα ότι αυτή του η συμπεριφορά δεν ήταν ειλικρινής· ότι στην πραγματικότητα με είχε πάρει το μάτι του. Πείσμωσα και δεν τον φώναξα. Την ώρα που γύρισα, ο παππούς είχε πιάσει κουβέντα με τη μητέρα μου και την αδελφή της. Μπήκα στην κάμαρα του και τον βρήκα ανακαθισμένο στο κρεβάτι. Γκρίνιαζε που ακόμα δεν είχαν φροντίσει το θέμα του συμβολαιογράφου. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Είπε ότι είχα γίνει κοπελάρα, ίδια η γιαγιά μου. Άπλωσε τα χέρια προς το μέρος μου, σαν μωρό παιδί. Έσκυψα και τον φίλησα στο μάγουλο. Η βροχή χτυπούσε απαλά το τζάμι.

Ξαναείδα τον Αντώνη, όταν πήγα στην καφετέρια με την ξαδέλφη μου. Περασμένες εννέα, βράδυ Παρασκευής, μα το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Έπαιζε δυνατά Σκόρπιονς, που τους αγαπούσε φανατισμένα ο ιδιοκτήτης. Εκείνος έπινε μπίρα στο μπαρ, παρέα με άλλους δύο που δεν τους ήξερα. Είπα στον σερβιτόρο να του πάει μια μπίρα κερασμένη από μένα. Ένα τέταρτο αργότερα ήρθε στο τραπέζι μας. Τι κάνει ο παππούς σου, ρώτησε. Χάλια, απάντησα και κούνησε το κεφάλι χωρίς να πει κάτι άλλο. Απόμεινε να στέκεται εκεί, μπροστά μου, αμίλητος. Ούτε η ξαδέλφη μιλούσε. Τόση ήταν η βουβαμάρα, που δεν το πολυσκέφτηκα. Είπα πως θα πέρναγα την επόμενη μέρα από το μαγαζί να τα λέγαμε. Ξανακούνησε το κεφάλι του, το πήρα για συναίνεση κι έκοψα, κι εγώ, την κουβέντα. Χαιρέτησε με την παλάμη του τεντωμένη σαν φαντάρος και γύρισε στην παρέα του. Εμείς μετά από μισή ώρα, το πολύ, φύγαμε. Δυσκολεύτηκα να επιστρέψω γιατί οι πλάκες γλιστρούσαν με το ψιλόβροχο και δεν φόραγα σωστά παπούτσια. Ο παππούς είχε πάθει κρίση δύσπνοιας. Τον βρήκα με μάσκα οξυγόνου και κλειστά μάτια.

Ξεκίνησα αργά το απόγευμα, γιατί η μητέρα μου είχε ζητήσει να τη βοηθήσω με διάφορες δουλειές, επειδή περίμεναν τον γιατρό. Στα μισά του δρόμου σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε κλείσει τόσο αργά που ήταν. Ο ήλιος δεν είχε πάρει ακόμα να δύει, αλλά είχε συννεφιά κι ήταν σκοτεινά. Μέχρι να φτάσω δεν είχα κατασταλάξει αν προτιμούσα να βρω το μαγαζί κλειστό ή το αντίθετο. Τελικά ήταν ανοιχτά. Μπήκα χτυπώντας τα πόδια μου στο τσιμέντο, πιο δυνατά από το φυσικό μου. Βγήκε από την πορτούλα με ένα πλαστικό μπιτόνι στο χέρι. Δεν ξαφνιάστηκε στο ελάχιστο. Λες κι ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο να βγει από την αποθήκη και να με πετύχει ανάμεσα στα βαρέλια. Παράγγειλε καφέδες από δίπλα. Καθίσαμε πίσω από τον πάγκο και μου είπε ότι έψαχνε να βρει βοηθό. Οι δουλειές του είχαν πάρει τα πάνω τους. Είχε επεκταθεί εκτός νομού. Έδειξα μεγάλο ενθουσιασμό, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα. Μου τα είχε προλάβει η ξαδέλφη μου. Εσύ πώς τα περνάς μπουμπούκι μου, ρώτησε. Του είπα για το πτυχίο και τη δουλειά. Είπα και για τον αρραβώνα. Α, μα εσύ πήρες μεγάλη φόρα, φώναξε και σηκώθηκε από την καρέκλα για να με συγχαρεί επίσημα, διά χειραψίας. Έτσι όπως μου έσφιγγε το χέρι γερμένος προς τα εμπρός, στα ρουθούνια μου ήρθε μυρωδιά ιδρώτα και καπνού. Έκλεισα τα μάτια, σαν από ρεφλέξ, μα τα άνοιξα ξανά γρήγορα. Αν δεν αρρώσταινε ο παππούς σου, δεν θα μάθαινα ποτέ τις χαρές σου ρε μπουμπού, είπε χωρίς να μου αφήσει το χέρι. Αυτή η ξαδέλφη σου τίποτα δε λέει, σκέτη σφίγγα, παραπονέθηκε.

Σε μένα όμως η Πίτσα τα έλεγε όλα. Ό,τι γινόταν κι ό,τι λεγόταν. Με έπαιρνε τηλέφωνο και μου διηγιόταν πως τον κουβέντιαζαν όλοι· πως το πήγαινε καρφί για γεροντοκόρος και τσάμπα έφτιαχνε περιουσία. Κι ότι οι μόνες γυναίκες που πλησίαζε ήταν οι εκδιδόμενες του Νεοχωρίου. Άφησα το σχόλιο για την ξαδέλφη να πέσει κάτω κι απάντησα πως είχα κανονίσει να κατέβω αυτό το καλοκαίρι, παππούς-ξεπαππούς. Θα τα μάθαινε τα νέα μου αργά ή γρήγορα άρα. Μου είπε πως είχε κι αυτός πλάνα για το καλοκαίρι. Λογάριαζε να πάρει έναν καινούριο θραυστήρα, φοβερό μηχάνημα, μου τον έδειξε και στο κομπιούτερ. Έπειτα έπιασε να μου λέει για τις ποικιλίες που θα έβαζε την επόμενη χρονιά. Μόλις τέλειωσα τον καφέ, σηκώθηκα να φύγω. Μου γέμισε ένα δίλιτρο μπουκάλι να το πάω στον αρραβωνιάρη, να δει τι κρασί βγάζει ο τόπος μου και μου έδωσε ξανά το χέρι. Τον χαιρέτησα και κατηφόρησα τον δρόμο. Δε με ενοχλούσε το μουσκεμένο πλακόστρωτο, παρόλο που κουβάλαγα το μπουκάλι στην πλαστική σακούλα. Είχα φορέσει μποτάκια και μπορούσα να περπατάω όσο γρήγορα ήθελα.

Στο σπίτι, η μητέρα γέμιζε μια μικρή βαλίτσα με σώβρακα, φανέλες και πιτζάμες. Η θεία μίλαγε δυνατά στο τηλέφωνο. Ο γιατρός είχε διατάξει να μεταφερθεί ο παππούς στο νοσοκομείο εσπευσμένα.

Rainy weekend on mount Pelion






 


Sunday, 27 February 2022

Η.Χ. Παπαδημητροκόπουλου, Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη (2021)

Καθώς γύριζα από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι, έπιασες ξαφνικά μια μπόρα και έγινα μούσκεμα. Φοβήθηκα να ακολουθήσω τον συνηθισμένο μου δρόμο κάτω από τις μεγάλες πεύκες και έτσι πήρα τη γυμνή δημοσιά, που καταλήγει στο χωριό. Στο χτήμα έφτασα την ώρα που έβγαινε πάλι ο ήλιος, και μπήκα μέσα σκαρφαλώνοντας πάνω από το μεγάλο πορτόνι με τις βρεγμένες ροδοδάφνες. Στο περιβόλι όλα ήταν γαλήνια, φρεσκοπλυμένα και καταπράσινα, οι αχλαδιές είχαν ακόμα μερικά άνθη, στα φύλλα τους κρατούσαν χοντρές σταγόνες της βροχής που γυάλιζαν σαν χάντρες. Η τελευταία βροχή της χρονιάς, σκέφτηκα. Τότε είδα την Ελένη. Έβγαινε από τον κήπο κρατώντας στο χέρι ένα μεγάλο άσπρο τριαντάφυλλο.

[Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, εκδόσεις Κίλχη (2021)]


 

Tuesday, 25 January 2022

Άσσος Export

Περιμένουν ώρες χωμένοι στα πιθάρια, και οι σαράντα. Υπομονή. Μα όσο κι αν στυλώνω τα μάτια μου στους ιριδισμούς που κάνει το φως στο ταβάνι έτσι όπως το αντανακλούν τα στολίδια στην μπλούζα μου, δεν καταφέρνω να αγνοήσω αυτήν την αίσθηση. Είναι σαν ένα φτερούγισμα, έτσι όπως σβήνει η χαρά που με πλημμύριζε πρωτύτερα. Είπε ότι πάει να καπνίσει. Έχει περάσει σχεδόν μισή ώρα και νιώθω κάτι σαν καθήκον, μπορεί κι ανάγκη, να πάω να τον ψάξω στο κατάστρωμα. Αν το κάνω, θα χάσουμε τις θέσεις που με μεγάλο κόπο κατάφερε να βρει όταν επιβιβαστήκαμε. Θα μπορούσα να ζητήσω από το διπλανό ζευγάρι να μας τις φυλάξουν, αλλά οι σκούρες στάμπες στις μασχάλες του πουκαμίσου του άντρα με απωθούν. Όπως και πριν, που μου χαμογέλασε κι εγώ υποκρίθηκα ότι κοιμόμουν, αλλά τα μάτια μου δεν ήταν εντελώς κλεισμένα. Στεκόμουν στο κέντρο της σπηλιάς θαμπωμένη από το χρυσάφι και τις πολύτιμες πέτρες. Εκείνος δεν δίστασε καθόλου, έγειρε προς το μέρος μου και ρώτησε αν με πείραζε το σακ βουαγιάζ που είχε σπρώξει κάτω από το τραπεζάκι. Είπε: κυρία, μήπως σας ενοχλεί η τσάντα μου; Αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια μου και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. Ρώτησε: Είστε σίγουρη; Πρόσεξα ότι η γυναίκα που τον συνόδευε στεκόταν στην άλλη άκρη του σαλονιού, στην ουρά που είχε σχηματιστεί στο μπαρ. Έκλεισα ξανά τα μάτια δίχως να απαντήσω κι ο άντρας δεν επέμεινε. Σαράντα καβαλάρηδες άγριοι, άπλυτοι κι οπλισμένοι ως τα δόντια. Τώρα με αγνοεί αποφεύγοντας συστηματικά το βλέμμα μου, πράγμα που αποκλείει την πιθανότητα να τους ζητήσω να προσέχουν να μη μας πάρουν τις θέσεις. Το πλοίο είναι τόσο γεμάτο, που κάποιοι κάθονται οκλαδόν σε πετσέτες θαλάσσης στρωμένες στο πάτωμα. Πίσω μου δύο αγόρια καυγαδίζουν για ένα περιοδικό. Είναι αδύνατο να συνεχίσω να αγνοώ την απουσία του. Το αριστερό μου μάτι τσούζει, σαν να έχει μπει σκόνη μέσα. Σε λίγο θα αρχίσει να τρέχει. Η αλήθεια είναι ότι τα τσιγάρα του μπαμπά έχουν δημιουργήσει πολλές φορές τέτοια προβλήματα, ακόμη και καυγάδες. Όπως τότε στην Ανάβυσσο, που είχαμε αναγκαστεί να φύγουμε από μία ψαροταβέρνα γιατί του είχαν ζητήσει να σβήσει το τσιγάρο. Ίσως αποφάσισε να καπνίσει δύο τσιγάρα, το ένα μετά το άλλο, μπορεί και τρία. Μου έχει πει ότι ο καπνός έχει πιο ωραία γεύση στη θάλασσα. Μπορεί να βρήκε καμιά θέση στο κατάστρωμα κι αποφάσισε να καπνίσει δυο τσιγάρα στον θαλασσινό αέρα. Δεν είναι ότι με πειράζει που με άφησε μόνη, ούτε φοβάμαι με τόσο κόσμο τριγύρω, αν και οι ματιές του διπλανού έχουν αρχίσει να γίνονται επίμονες. Ο μπαμπάς ρεμβάζει ακουμπισμένος στην κουπαστή κι εγώ επιχειρώ να μαγευτώ από τον ήχο που κάνουν τα πετράδια μέσα στο σεντούκι όταν χτυπάνε το ένα πάνω στο άλλο καθώς τα αναδεύει ανθρώπινο χέρι. Ο μπαμπάς χαμογελάει και υπόσχεται. Θα πάμε και φέτος να μαζέψουμε θυμάρι. Το λεπτό σαν κοσκινισμένο χώμα μέσα στα πέδιλά μου δεν θα με ενοχλεί, καθώς θα σκαρφαλώνω στις ξερολιθιές με το σουγιαδάκι του στο χέρι. Θα τρίβει το χέρι του στα μοβ ανθάκια και θα μου το δίνει να το μυρίσω. Αναρωτιέμαι πόση ώρα απομένει ακόμα μέχρι να φτάσουμε κι αν θα προλάβει να μου το πει. Η αβεβαιότητα δε μου επιτρέπει να κλείσω τα βλέφαρά, ώστε να γλυτώσω από τις ιδρωμένες μασχάλες. Κάποιο παιδί πέφτει με φόρα στην πλάτη της πολυθρόνας μου και την τραντάζει. Σηκώνομαι και πηγαίνω προς την έξοδο δίχως να πω τίποτα σε κανέναν. Δεν ρίχνω ούτε μία ματιά πίσω μου. Πίσω από το θολό τζάμι ο ήλιος δύει. Καλύτερα έτσι. Στραμμένο προς την πρύμνη, θα τον βρω στο τρίτο κατάστρωμα, το πιο ψηλό, με τον γιακά του μπουφάν σηκωμένο. Θα δω την καύτρα του τσιγάρου του από μακριά να κάνει σινιάλα. Θα με βάλει να καθίσω στον αριστερό του μηρό και θα περάσει το χέρι του γύρω από τους ώμους μου για να με προστατεύσει από τη βραδινή δροσιά. Κι ανάμεσα σε βαθιές ρουφηξιές καπνού θα ξεκινήσει να μου διηγείται την ιστορία του ξυλοκόπου Αλή που ένα απόγευμα στο δάσος, καθώς φόρτωνε τα γαϊδουράκια του με ξύλα, άκουσε ποδοβολητό σαράντα αλόγων. Η γη έτρεμε σαν να γινόταν σεισμός. Την ώρα που θα λέει: αχ, συμφορά μου, με φωνή τσιριχτή, τη φωνή του Αλή, θα με σφίξει πάνω του και θα μπορώ να μυρίζω την τσιγαρίλα στα ρούχα του. Επιταχύνω το βήμα μου για να προλάβουμε, η ιστορία είναι μεγάλη. Σπρώχνω με τον ώμο την βαριά σιδερόπορτα μισοκλείνοντας προκαταβολικά τα μάτια γιατί έχει νυχτώσει καταμεσής της θάλασσας. Βγάζω το δεξί πόδι έξω από την πόρτα κι η σόλα μου κάνει ένα ήχο ξερό και σχετικά ευχάριστο καθώς έρχεται σε επαφή με την τσιμεντένια πλάκα του πεζοδρομίου. Παρόλο που δεν φοράω ρολόι, ξέρω ότι είμαι καθυστερημένη. Μετακινώ τον ιμάντα της τσάντας μου στον ώμο γιατί έχει αρχίσει να με κόβει, έτσι βαριά που είναι. Πίσω από την τζαμαρία που έχει αρχίσει να τη στιγματίζει η βροχή βλέπω την Ελένη να μου γνέφει.


 

Wednesday, 12 January 2022

[19:00-23:14]

Λέτε ότι δεν έχετε δεχτεί περισσότερες συγνώμες από άλλον άνθρωπο στον κόσμο, ότι απολογούμαι συνεχώς, συμφωνώ, μη φαντάζεστε ότι με παρασύρει το πάθος, έχω απόλυτη συνείδηση του πράγματος, ποιο πάθος εδώ που τα λέμε, τόσα χρόνια έχουν περάσει και τώρα που το σκέφτομαι λογικό θα το έβρισκε κανείς που την ιστορία σας την έχω πει τόσες πολλές φορές μέσα σε ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, πράγματι έτσι είναι, μα κάθε φορά που τη λέω είναι σαν χθες, απολογούμαι κύριέ μου, είδατε, το έκανα ξανά, όπως προχθές, και την περασμένη εβδομάδα κι όλες αυτές τις φορές. Σας ζητώ συγνώμη, αλλά τέτοιες μέρες δεν μπορώ να μην θυμηθώ, ακόμη μία φορά, το πρόσωπο εκείνης στην υποδοχή, όταν, προπαραμονή Χριστουγέννων, ζήτησα να καθίσω μια-δυο ώρες παραπάνω, κι εκείνο το φρύδι, το σηκωμένο ως την κορυφή του μετώπου, που μου απάντησε ότι αν ήθελα να παραμείνω στον χώρο πέραν του ωραρίου μου έπρεπε να αποδεχτώ και να αναλάβω ο ίδιος την ευθύνη του κλειδώματος της κεντρικής εισόδου, της φύλαξης των κλειδιών και της ενεργοποίησης του συναγερμού, πράγμα που δεν είχα κάνει ποτέ πριν. Κατάλαβα πού το πήγαινε, έτσι είναι όταν ζητάς, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να δώσεις, πάντοτε δούναι και λαβείν, η δεσποινίς της βραδινής βάρδιας θα έφευγε στις επτά και θα έμενα μόνος στον όροφο, τα κλειδιά ήταν η προϋπόθεση, κι εμένα με είχε καβαλήσει ο διάβολος, ήθελα να μείνω το δίχως άλλο, ήμουν βέβαιος, με μία σιγουριά ακλόνητη, ότι εκείνο το βράδυ ήταν το ιδανικό για να τακτοποιήσω κάποιες συγκεκριμένες εκκρεμότητες που μεταφέρονταν από μέρα σε μέρα, μία στοίβα χαρτιά με πίνακες και καταστάσεις σε μια κυκλική, φαινομενικά αδιατάρακτη πορεία, στην οποία απέδιδα την αϋπνία που με ταλαιπωρούσε εκείνον τον καιρό, ενώ η χρονιά είχε φτάσει σχεδόν στο τέλος της. Σε αυτήν την κατάσταση, που θα μπορούσε να ονομαστεί και φαύλος κύκλος, αποδίδω και το τηλεφώνημα που δεν έκανα, καθώς και στη βεβαιότητα, πιο πολύ στη βεβαιότητα, ότι εκείνη ήταν κομμάτι μου, με ήξερε καλύτερα από τον καθένα, γνώριζε τα πάντα, όπως τότε με την άλλη, αυτήκοος μάρτυς αναστεναγμών και βραδινών στριφογυρισμάτων δεν είχε ανάγκη ενημέρωσης, δεν τηλεφώνησα, όταν τα πράγματα είναι δεδομένα δεν τηλεφωνούμε, ούτε όταν έχουμε την πεποίθηση, όπως εγώ τότε, ότι δεν χρειάζεται κάποια συσκευή για να μεταφέρει τις σκέψεις και τις αποφάσεις μας στον άλλο, σοβαρολογώ.

Μετά την συναίνεσή μου στις απαιτήσεις της υποδοχής και με αξιοσημείωτη πνευματική διαύγεια, παρά το βάρος της ευθύνης που μου είχαν φορτώσει, τελείωσα σε λιγότερο από δύο ώρες εκείνα τα τρομερά κατάστιχα, που είχα υπολογίσει ότι θα μου έπαιρναν δύο ολόκληρες μέρες, μέσα σε μια σιωπή διόλου δυσάρεστη, λες κι η μικρή λίμνη φωτός γύρω από την επιτραπέζια λάμπα με γέμιζε ενέργεια, σαν η ακτινοβολία αυτή να εκπορευόταν από κάποια πηγή ζωτικότητας, αόρατη σε μένα, αλλά καμιά φορά, σπανίως όμως, δεν έχω ανάγκη να δω για να πιστέψω. Κι όμως, ποτέ μέχρι τώρα δεν κατάφερα να εξηγήσω εκείνο το απροσδόκητο ζωντάνεμά μου, αν και βάσει των γεγονότων που ακολούθησαν θα μπορούσα να το αποδώσω μόνο σε κάποια δαιμονική αντι-διαίσθηση, στο αντίθετο του προαισθήματος, σε ό,τι θα μπορούσε να αποκοιμίσει το ένστικτο, και αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι η αποτελεσματικότητά μου, μετά από συνολικά εννιά ώρες εκεί μέσα ήταν τόσο μεγάλη, που αποφάσισα να επιμηκύνω τη διαμονή μου, αφιερώνοντας ακόμη περισσότερο χρόνο, για να τελειώσω και τον φάκελο, για τον οποίο ο αρχιλογιστής είχε πει την προηγούμενη ημέρα ότι έπρεπε να έχει χαθεί από τα μάτια του πριν μια εβδομάδα.

Έτσι δεν έφυγα στις εννέα, αλλά περασμένες έντεκα, έντεκα και δεκατέσσερα για να είμαι ακριβής, όπως είδα ότι έγραφε στον μικρό φωτεινό πίνακα δίπλα στους διακόπτες του συναγερμού, ελαφρύς σαν το πούπουλο, με αυτήν την αίσθηση πληρότητας που φέρνει η απουσία της εκκρεμότητας και χωρίς να έχω κάνει κανένα τηλεφώνημα. Κατέβηκα στην είσοδο του κτιρίου με τον ανελκυστήρα, πέρασα μέσα από τον μισοσκότεινο διάδρομο όπου αναβόσβηναν λευκά φωτάκια μπλεγμένα στα κλαδιά ενός συνθετικού έλατου, και βγήκα στο φαρδύ πεζοδρόμιο υπό τον ήχο των βημάτων μου, που πρόδιδαν με σαφήνεια την αποτίναξη της ευθύνης, κάτω από αστέρια χωρίς φεγγάρι και υπερσύγχρονες πολυκατοικίες, θαμπωμένος από τη γυαλάδα του βρεγμένου οδοστρώματος και τις γραμμές κόκκινου φωτός που άφηναν πίσω τους τα αυτοκίνητα, καθώς με προσπερνούσαν. Σήκωσα τα μάτια για να μετρήσω πόσα φωτισμένα παράθυρα είχαν απομείνει στο απέναντι κτίριο, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αφού είδα ότι ήταν τρία, έχωσα βιαστικά το χέρι στην τσέπη, ενώ ο ένας τυχαίος περαστικός που θα με συναντoύσε τότε, να βαδίζω στον παράδρομο της Συγγρού μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα, με το κινητό τηλέφωνο στο αυτί και το στόμα σφιγμένο πιθανότατα θα με χαρακτήριζε πανικόβλητο. Οι κλήσεις έμειναν αναπάντητες, εννέα φορές, δεν είμαι σίγουρος αν θα είχε δίκιο ο άγνωστος περαστικός, ίσως η λέξη προβληματισμένος θα ήταν πιο ταιριαστή, διότι το θέμα που τίθεται εδώ έχει να κάνει με τον βαθμό, σκεφτείτε το, πρόκειται για ένα σαφώς μαθηματικό ζήτημα, καθώς όλες οι ανθρώπινες διαφωνίες ξεκινούν από μια διαφοροποίηση στον βαθμό, απλά και ξεκάθαρα.

Ο πανικός θα ήταν αναμφίβολα πιο ταιριαστός ως έννοια για να περιγράψει την αμέσως επόμενη φάση, κατά την οποία έψαχνα ταξί, ενώ τα αυτοκίνητα με προσπερνούσαν χωρίς να ελαττώνουν στο ελάχιστο την ταχύτητά τους, μάλιστα κάποιοι έμοιαζαν να πατούν ακόμη περισσότερο το γκάζι μόλις με έβλεπαν να τεντώνω το χέρι αφήνοντάς με τυφλωμένο από τους προβολείς να προσπαθώ να διακρίνω το επόμενο, μέχρις ότου μπήκα στο ταξί του Χρήστου, που είπε μη σε νοιάζει, που να πετάξει να πάει τέτοια ώρα το πουλάκι, μα τότε δεν πίστευα σε προαισθήματα. Μετά από δεκαέξι λεπτά, κατά τα οποία με κοιτούσε από τον καθρέφτη τόσο έντονα, ώστε πίστεψα ότι τα χοντρά γυαλιά που φορούσε του επέτρεπαν να δει εκείνη τον σκληρό όγκο που είχε φράξει το λαιμό μου, έφτασε στον δρόμο του σπιτιού, που φεγγοβολούσε από το γαλάζιο φως του φάρου ενός ασθενοφόρου. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και πλησίασα τον κόσμο, που ήταν μαζεμένος μπροστά στην εξώπορτα της πολυκατοικίας μου, γύρω από μια άμορφη μάζα μεταξύ δύο γονατισμένων τραυματιοφορέων, έσπρωξα με τους αγκώνες για να προχωρήσω, οι άνθρωποι γύριζαν και με κοίταζαν, μάτια ορθάνοιχτα-στόματα σφραγισμένα, άνοιγαν δίοδο να περάσω, εκτός από τον περιπτερά που πριν το τελευταίο βήμα με άρπαξε από το χέρι και ξεστόμισε τσιρίζοντας μια φράση, που ήσουνα κυρ Νίκο, τρία τέταρτα νωρίτερα να ερχόσουνα θα την πρόφταινες, που έμελλε να ακούσω αμέτρητες φορές μέχρι σήμερα, το ίδιο κι εσείς. Και πάλι σας ζητώ να με συγχωρέσετε αν σας κούρασα.