Wednesday, 12 May 2021

Γράμμα στο Ν. Καχτίτση

Αγαπημένε μου

Ελπίζω να μην σας πειράζει που σας αποκαλώ έτσι. Νομίζω πως οι μέρες που περάσαμε παρέα αρκούν, ώστε να μου επιτραπεί μια τέτοια οικειότητα. Παραδέχομαι πως δεν χωριστήκαμε και τόσο ειρηνικά εκείνο το βράδυ που σας είχε πιάσει το πείσμα και μου κάνατε τον πολλά βαρύ. Αλλά από τότε πάει πολύς καιρός, πολύ νερό έχει κυλήσει στο ρυάκι όπως λένε εδώ, και βρήκα το θάρρος να σας γράψω. Η αλήθεια είναι πως το σκεφτόμουν μήνες ολόκληρους μα δεν το αποφάσιζα, σαν κάτι να με εμπόδιζε. Ίσως εκείνες οι κουβέντες που μου είχατε πετάξει. Το επιθυμούσα όμως, το ήθελα βαθιά μέσα μου. Λίγο-λίγο έφτασα να περιφρονώ τον εαυτό μου για την ατολμία μου αυτή, πράμα που δεν είναι καθόλου του χαρακτήρος μου. Ώσπου σήμερα το απόγευμα, εκεί που κατηφόριζα τη λεωφόρο, με χτύπησε στη μύτη θαλασσινός αγέρας. Δεν ξέρω πώς, μα ήρθατε στο μυαλό μου αυτοστιγμεί. Σαν να σας έβλεπα μπροστά στα μάτια μου, να βαδίζετε προς το μέρος μου με το μακρύ σας το παλτό, το τσόχινο, γιατί εδώ είναι χειμώνας βαρύς κι έχει πολύ κρύο. Κι έτσι που περπατάγατε, αντί να σταματήσετε κοντά μου, με προσπεράσατε, χωρίς να μου ρίξετε ούτε μια ματιά. Και τότε με έπιασε ένα παράπονο, ήθελα να βάλω τα κλάματα εκεί δα, στη μέση του δρόμου.

Τραβήχτηκα σε μια γωνιά να συνέλθω, για να μπορέσω να πάω στη δουλειά μου. Τυχαία, εκεί δίπλα υπήρχε ένα μπακάλικο, από αυτά που τα λένε «ντέλι». Η βιτρίνα του ήταν όμορφα στολισμένη με κλαδιά δέντρων και φωτάκια. Χωρίς να το πολυσκεφτώ μπήκα μέσα και ρώτησα αν είχαν ούζο. Το θυμόμουν αυτό το ποτό από εκείνη την ιστορία που μου είχατε διηγηθεί. Ο μπακάλης μου είπε ότι είχαν διάφορες μάρκες και, όταν του ζήτησα να μου προτείνει την καλύτερη, μου έδωσε μια φιάλη με ένα καραβάκι στην ετικέτα. Χαμογελώντας χωρίς εμφανή λόγο, είπε ότι με αυτό θα έκανα καλύτερο κεφάλι. Φυσικά, δεν καταδέχτηκα να απαντήσω σε αυτήν την ανοησία, ούτε και τον ευχαρίστησα όταν μου έδωσε τη χαρτοσακούλα. Τώρα που σας γράφω, στο καταφύγιο του μικρού μου διαμερίσματος, έχω πιει ήδη δύο ποτήρια. Φυσικά, πριν πιάσω το πιοτό, ακύρωσα το ραντεβού που είχα προγραμματίσει, γιατί ήταν βέβαιο ότι με την κακοκεφιά που είχα θα ήμουν απαίσια συντροφιά.

Η θαλασσινή αλμύρα που ήρθε απρόσκλητη κατά πάνω μου πριν λίγες ώρες, μου ξύπνησε πολλές αναμνήσεις από τον καιρό που πέρασα μαζί σας. Πιο έντονη από όλες ήταν εκείνη η βόλτα που θα πηγαίναμε με τη βάρκα, μια ξύλινα βάρκα με καμπίνα, όπου θα βρίσκαμε καταφύγιο όταν θα έπιανε να σιγοβρέχει. Στριμωγμένοι αγκαλιά εκεί μέσα θα χαζεύαμε το πως ρυτιδιάζει το νερό με τις ριπές της βροχής. Σκουρογάλαζη θυμάμαι πως μου είπατε πως είναι η θάλασσα στα μέρη σας.

Σκουρογάλαζη μου την περιέγραψε και η εξαδέλφη μου, η οποία ζει στην χώρα σας εδώ και χρόνια. Ερωτεύτηκε τρελά έναν Έλληνα μετανάστη, τον οποίο παντρεύτηκε και ακολούθησε στην Ελλάδα. Στην εξαδέλφη μου αυτή οφείλω και τα νέα σχετικά με το βιβλίο σας. Ολάκερο γράμμα μου έγραψε, όπου μου διηγήθηκε πάνω-κάτω την ιστορία (έχει μάθει τη γλώσσα σας σε ειδικό φροντιστήριο και τώρα τη μιλάει φαρσί) και πιστεύει πως έχει να κάνει με εμένα. ‘Οτι είμαι εγώ η ηρωίδα δηλαδή. Μην απορείτε που ξέρει τόσα πολλά για την ιστορία μας, ήταν αρκετά στενή μας συγγένισσα και κάναμε πολύ παρέα όταν ήμασταν μικρούλες, αλλά και πιο μετά.

Πράγματι, από την αναλυτική περιγραφή της αντιλήφθηκα ότι επιχειρήσατε να καταγράψετε την ιστορία που σας διηγήθηκα το βράδυ της γνωριμίας μας. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι έπρεπε να ψάξω να βρω έναν δάσκαλο να μου μάθει ελληνικά, να την διαβάσω μόνη μου. Μου φαινόταν πως θα ήταν η ελάχιστη ανταπόδοση. Η αλήθεια είναι ότι αυτή σας η πράξη με συντάραξε κυριολεκτικώς. Σας σκέφτηκα σκυμμένο πάνω από χαρτιά, με τα χέρια λερωμένα από μελάνι. Να γράφετε, να σβήνετε και να πετάτε τσαλακωμένες κόλλες στο πάτωμα. Με εκείνο το σούρωμα στα χείλη που έδειχνε πως ήσασταν βυθισμένος στις σκέψεις. Αναλογίστηκα πόσες ώρες μοναξιάς θα χρειάστηκε να υπομείνετε μέχρι να ολοκληρώσετε το έργο σας. Αυτήν τη θυσία τη βρήκα τόσο συγκινητική, που αν σας είχα τώρα εδώ, θα γονάτιζα μπροστά σας και θα σας ικέτευα να μου διαβάσετε ένα κομμάτι. Στην γλώσσα σας, στην γλώσσα μου, θα μου ήταν αδιάφορο. Θα σας έβγαζα τα παπούτσια και θα σας φίλαγα τα πόδια. Κι έπειτα θα ακουμπούσα το κεφάλι μου στα γόνατά σας, με το αυτί μου στραμμένο προς το στόμα σας.

Σας εκλιπαρώ να πιστέψετε με ότι έτσι θα έκανα. Μην αντιμετωπίσετε τα λόγια μου με τη δυσπιστία που θα ταίριαζε στις συνθήκες της τελευταίας μας συνάντησης. Συγχωρήστε με, αγαπημένε μου, γίνομαι παρανοϊκή, εκτροχιάζομαι εντελώς. Γιατί πώς θα μπορούσα στ’ αλήθεια να αμφιβάλω για την μεγαλοψυχία του ανθρώπου που μπόρεσε να χωρέσει όλη μου την ουσία σε μία λέξη; Πώς θα μπορούσα να μη νιώσω το χτυποκάρδι σας, αγαπημένε μου, σε κάθε μία από αυτές τις πέντε συλλαβές; Κι επειδή μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, σας εσωκλείω μία φωτογραφία, που μου έβγαλε ένας πλανόδιος φωτογράφος λίγο μετά που διάβασα την επιστολή της εξαδέλφης μου. Προσέξτε την εικόνα, ακόμα κρατάω τη σελίδα στα χέρια μου. Δείτε τα μάτια μου, πόσο διάπλατα ανοιγμένα είναι. Κοιτάξτε το μέτωπό μου πως λάμπει με τη σκέψη σας, την ασχήμια μου πώς ομορφαίνει τους περαστικούς. Δείτε με, ξανά.

Σας περιμένω, αγαπημένε μου. Ελάτε.

Γ.Σ.


 

Βρέχει ο Θεός, Νίκος Γκάτσος (1967)

Σιγά σιγά κι αυτό το βράδυ
Θα ‘ρθω στην πόρτα σου για λίγο να σταθώ
σιγά σιγά μες στο σκοτάδι
ένα παράπονο της νύχτας να σου πω

Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ
Άνοιξε αγάπη μου σαν πρώτα
Να μπω κι εγώ να ζεσταθώ

Σιγά σιγά κι αυτό το βράδυ
στα σκαλοπάτια σου και πάλι θα βρεθώ,
σιγά σιγά μες στο σκοτάδι
ένα παράπονο της νύχτας να σου πω

Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ
Άνοιξε αγάπη μου σαν πρώτα
Να μπω κι εγώ να ζεσταθώ
 


Wednesday, 28 April 2021

Έντουαρντ & Πωλ [Το περιεχόμενο το γεννά η προσπάθεια. Το υλικό το γεννούν τα όνειρα]

«Ήταν μια σκοτεινή και ανταριασμένη νύχτα η βροχή έπεφτε σε κύματα και κάποιες στιγμές, σπρωγμένη από τις βίαιες ριπές ανέμου που σάρωναν τους δρόμους (η σκηνή μας διαδραματίζεται στο Λονδίνο), κροτάλιζε στις στέγες των σπιτιών κι έκανε τις φλόγες των φαναριών να τρεμοσβήνουν μέσα στο σκοτάδι. Σε μια από τις πιο σκοτεινές συνοικίες του Λονδίνου, ανάμεσα σε σκιές που ελάχιστα αγαπούσαν οι κύριοι της αστυνομίας, ένας άντρας, εμφανώς ταπεινής προέλευσης, βάδιζε μόνος.»

Φεύγεις, πέρασε η ώρα πια, και βαδίζοντας προς την έξοδο, νιώθεις αυτήν την αδημονία, την γνώριμη από τα εφηβικά σου χρόνια, την προσμονή της άγριας εναλλαγής της ζεστής, γεμάτης ανθρώπινα χνώτα ατμόσφαιρας με τον κρύο αέρα του δρόμου που θα κάνει το δέρμα σου να τεντωθεί ζωντανεμένο, νάτος τώρα, ένας άνεμος που κουβαλάει μυρωδιά παγωμένης υγρασίας σε παλιούς τοίχους και μέσα στην απρόσμενη του διαύγεια σπρώχνει το κεφάλι σου προς τα πίσω, να δεις τα αστέρια κατεβασμένα χαμηλά που τρεμοσβήνουν, με μάτια υγρά από το κρύο και την καρδιά να χτυπά δυνατά εξαιτίας αυτής της βραδιάς, όλο το χρωματιστό αλκοόλ, κουβέντες και ματιές, ματόκλαδα που καμιά φορά έμπλεκαν ή ένα χειλάκι που δαγκωνόταν, οι πλάκες του πεζοδρομίου χτυπούν κάτω από τα πόδια σου με έναν ευχάριστα ξερό ήχο, σε οδηγεί ο άδειος δρόμος που φωτίζεται από αραιά φανάρια, η βοή χάνεται όσο βαδίζεις προς τα εκεί, βαδίζεις μόνος και περιμένεις, ξέρεις πως όπου να ’ναι θα φανεί, σκοτεινά λάμποντας η πύλη σε περιμένει ορθάνοιχτη, το βήμα σου επιταχύνεται, αναγνωρίζεις τον προορισμό, τον βλέπεις στο βάθος, πίσω από ένα μακρόστενο τραπέζι στυλ ροκοκό, ο ουρανός έχει γεμίσει σύννεφα, ο Πωλ απολαμβάνει παλαιωμένο κονιάκ σε κρύσταλλο που λαμποκοπάει στο φως των κεριών, θαυμάζει το κεχριμπαρένιο του χρώμα με θλιμμένο ύφος, καπνός πούρου στα ρουθούνια σου, τα αστέρια έσβησαν πια, απλώνεις το χέρι να πιεις από το ποτήρι του, μια γερή γουλιά καθισμένος στη διπλανή καρέκλα, χώνεις το χέρι στην τσέπη του κι αρπάζεις το μαντήλι, νιώθεις το κεφάλι του ακουμπισμένο στον ώμο σου αποκαμωμένο από τις αλητείες της μέρας, τον ακούς να αναστενάζει βαλαντωμένος από έρωτα, αφουγκράζεσαι τους χτύπους της καρδιάς του με την αναπνοή κρατημένη σαν για να συντονίσεις την δική σου, ένα ρολόι χτυπάει τρεις, τα μάτια του κλείνουν μα τα δικά σου είναι ορθάνοιχτα, ξαφνικές ριπές βροχής στην τζαμαρία, είναι κατάκοπος, η κούρασή του δύναμή σου, τον σκουντάς, «βρέχει» λες χωρίς απόκριση κι απομένεις σιωπηλός μέχρις ότου ο κεραυνός τον κάνει να αναπηδήσει, κι έπειτα, αφού τακτοποιήσει το σακάκι του, ανοίξει την εξώπορτα και ορμήσει μέσα στην καταιγίδα με εσένα να περπατάς βιαστικά πίσω του. 

Ο Έντουαρντ Μπάλγουεαρ Λύτον (1803-1873) ήταν πολυγραφότατος Βρετανός συγγραφέας και πολιτικός, συνδυάζοντας δύο εκ διαμέτρου αντίθετες ιδιότητες και αποδεικνύοντας ότι για κάποιους εκλεκτούς η ημέρα έχει περισσότερες από εικοσιτέσσερις ώρες. Ως δεξιοτέχνης απρόσμενων συνδυασμών υπήρξε βουλευτής των Ουίγκς, αλλά και των Συντηρητικών. Ανέλαβε το διακεκριμένο αξίωμα του Γενικού Γραμματέα επί των Αποικιών το 1858, ενώ λίγα χρόνια αργότερα αρνήθηκε το στέμμα της Ελλάδας, όταν ο Όθων παραιτήθηκε. Προφανώς είχε σοβαρούς λόγους για την άρνηση αυτή, η οποία δεν επαναλήφθηκε το 1866, όταν ο Λύττον τιμήθηκε με τον τίτλο του Βαρώνου του Νέμπγουορθ. Παρά την λαμπρή του πορεία στον δημόσιο βίο της Βρετανίας, στον γάμο του υπήρξε εξαιρετικά άτυχος: η σύζυγός του Ροζίνα, και η ίδια συγγραφέας, νοσηλεύτηκε σε άσυλο για ψυχοπαθείς, πράγμα που προκάλεσε δικαιολογημένη κοινωνική κατακραυγή εναντίον του Λύτον.

Η μακρόχρονη συγγραφική του καριέρα, που ξεκίνησε το 1820 με την δημοσίευση μίας ποιητικής συλλογής, περιέλαβε μία αξιοθαύμαστα ευρεία ποικιλία έργων, όπως ιστορικά μυθιστορήματα, ιστορίες μυστηρίου, αλλά και ρομάντζα, επιστημονική φαντασία και πραγματείες αποκρυφισμού. Έγραφε και δημοσίευε διαρκώς, ενίοτε και ανώνυμα, χωρίς να γνωρίζει κάματο ή έλλειψη έμπνευσης. Τόσο μεγάλη σε έκταση και δημοφιλεία ήταν η λογοτεχνική του παραγωγή, που στάθηκε ικανή να του προσφέρει τους χρηματικούς πόρους για έναν εξαιρετικά εξεζητημένο τρόπο, ο οποίος τροφοδοτούσε την συγγραφική του φαντασία δημιουργώντας έτσι έναν αδιάρρηκτο κύκλο επιτυχίας και καταξίωσης. Παρόλα αυτά, η λογοτεχνική προσφορά του Λύτον δεν θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική σήμερα. Είναι κυρίως γνωστός για κάποιες εμβληματικές φράσεις, όπως «η πένα είναι ισχυρότερη του ξίφους» και «το κυνήγι του παντοδύναμου δολαρίου». Επίσης, έχει μείνει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως ο συγγραφέας που έγραψε την πιο ανέμπνευστη φράση ανοίγματος μυθιστορήματος, σε ανάμνηση της οποίας θεσπίστηκε, το 1982, ο διαβόητος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Μπάλγουεαρ Λύτον, όπου αναζητείται και βραβεύεται η «χειρότερη πρώτη φράση μυθιστορήματος».

Το μυθιστόρημα Paul Clifford, με θέμα τη διπλή ζωή του ομώνυμου ήρωα, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα κακοποιός και αριστοκράτης, δημοσιεύθηκε το 1830 και έγινε αμέσως εκδοτική επιτυχία. Η ιστορία έχει ως εξής: μεγαλωμένος χωρίς να γνωρίζει την πραγματική του οικογένεια, ο Κλίφορντ γίνεται μέλος σημορίας ληστών. Για να ξεγελά τα υποψήφια θύματά του, μεταμφιέζεται σε τζέντλεμαν. Έτσι, συναντά την Λούσι Μπράντον, την οποία και ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Λίγο αργότερα συλαμβάνεται για ληστεία και οδηγείται μπροστά στον δικαστή Μπράντον, ο οποίος, κατά σατανική σύμπτωση, είναι θείος της αγαπημένης του. Η κορύφωση του δράματος γίνεται κατά τη διάρκεια της δίκης, όπου αποκαλύπτεται ότι ο Κλίφορντ είναι στην πραγματικότητα ο χαμένος γιος του Μπράντον. Παρόλο που η συνταρατική αυτή αποκάλυψη περιπλέκει σημαντικά την δίκη, ο άτεγκτος δικαστής κρίνει τον ήρωα ένοχο. Ο Κλίφορντ οδηγείται στην εξορία, αλλά τελικά καταφέρνει να δραπετεύσει από τον τόπο κράτησής του και μαζί με την αγαπημένη του Λούσι καταφεύγουν στην Αμερική.

Ο Paul Clifford αναφέρεται συχνά σε σχέση με τις ατμοσφαιρικές περιγραφές του και το νεο-γοτθικό του κλίμα. Εντάσσεται από τους κριτικούς στις κατηγορίες του μυστηρίου, του θρίλλερ και της αστυνομικής λογοτεχνίας. Επιπλέον, τα ρομανικά στοιχεία και η ιστορία αγάπης που περιλαμβάνει τον έχουν συσχετίσει με την λεγόμενη «μωβ» πεζογραφία. Παρόλα αυτά, αυτό για το οποίο είναι ευρέως γνωστός είναι η πρώτη του φράση: «It was a dark and stormy night; the rain fell in torrents...»


 

 


 

Tuesday, 27 April 2021

Κάνει κρύο κι η βροχή πάγωσε στη στέγη

Μια γυναίκα φεύγει, σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση και στίχους Ελένης Λιάσκου από τον ομώνυμο δίσκο (1969)

Μια γυναίκα φεύγει

 



Saturday, 24 April 2021

Paco Ignacio Taibo II, Ερωτευμένα φαντάσματα (1989), μτφρ. Κ. Ηλιόπουλου για τις εκδόσεις Άγρα (2009)

 


Paco Ignacio Taibo II, Ερωτευμένα φαντάσματα (1989) 2

Μέρες αργότερα, μήνες αργότερα, ο Έκτορ θα θυμόταν τη βροχή εκείνου του απογεύματος. Χοντρές στάλες, πρησμένες, έπεφταν κι έκανα «πλοφ» καθώς έσκαζαν πάνω στο παράθυρο, λύγιζαν τα φύλλα των δέντρων, έσπαζαν πάνω στα κρύσταλλα και σχημάτιζαν ρυάκια στις άκρες. Θα θυμόταν τη βροχή, αλλά είχε σβήσει από τη μνήμη του το πρόσωπο της μητέρας της Βιρχίνια. 
 
[Paco Ignacio Taibo II, Ερωτευμένα φαντάσματα (1989), μτφρ. Κ. Ηλιόπουλου για τις εκδόσεις Άγρα (2009)]

Paco Ignacio Taibo II, Ερωτευμένα φαντάσματα (1989)

Έβρεχε αλλά ο Έκτορ ζεσταινόταν. Η κάψα ανέβαινε ως το παράθυρο σε συννεφάκια ατμού καθώς βρεχόταν η άσφαλτος που έκαιγε όλη τη μέρα. Φορούσε μόνο το παντελόνι της πιτζάμας του. Βρισκόταν στο τρίτο τσιγάρο μιας σειράς που μάλλον θα κρατούσε για πολλή ώρα, απ’ ό,τι υπέθετε. Μια νύχτα αϋπνίας μπροστά στο παράθυρο. Κάθε τόσο οι προβολείς των αυτοκινήτων άλλαζαν τη θέα μεταβάλλοντας το φωτισμό του τοπίου. Φύσηξε ένας αέρας σε άλλη κατεύθυνση και η βροχή άρχισε να παίζει ταμπούρλο πάνω στα τζάμια. Πήγε στο άλλο δωμάτιο για να κλείσει τα παράθυρα με την ορθότατη σκέψη να μην αφήσει να βραχούν τα βιβλία του, αυτή τη φορά. Διέσχισε το διάδρομο προσπαθώντας να μην κοιτάξει τη διακόσμηση γύρω του: δεκάδες φωτογραφίες μιας κοπέλας με αλογοουρά, καρφωμένες με πινέζες στον τοίχο. Ήταν πολλές, στ’ αλήθεια πολλές.  
 
[Paco Ignacio Taibo II, Ερωτευμένα φαντάσματα (1989), μτφρ. Κ. Ηλιόπουλου για τις εκδόσεις Άγρα (2009)]
 

 

Wednesday, 14 April 2021

Αιώρημα αιθάλης

Από το πρωί βρέχει, πράγμα ευχάριστο, αφού η βροχή –για την ακρίβεια ο ήχος της όταν είναι σιγανή κι επίμονη, όπως σήμερα– με βοηθάει στην αυτοσυγκέντρωση. Πολλοί γκρινιάζουν όταν βρέχει, μα είναι πολύ σημαντικό να είμαι συγκεντρωμένη. Με τις δουλειές και τα τρεχάματα που προέκυψαν τελευταία, η έρευνά μου έχει μείνει πίσω και πρέπει να προχωρήσω. Λέω «πρέπει» και δεν είναι λόγια, το έχω πάρει απόφαση. Κάθε πρωί που ξυπνάω λέω στον εαυτό μου πως δεν είναι δυνατό να μένω άπραγη, να κάθομαι και να παρακολουθώ αυτά που γίνονται. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, αυτή η σκέψη είναι το μόνο πράγμα που με κάνει να σηκώνομαι από το κρεβάτι. Είναι και που δεν έχω πια να πάω στη δουλειά. Το νιώθω σαν χρέος, όχι απέναντι στους συνανθρώπους μου, σιγά τώρα, αλλά στον συγχωρεμένο τον πατέρα μου. Κάθε φορά που έβαζε μπροστά την πρέσα του τυπογραφείου που είχε στο υπόγειο του σπιτιού μας δεν παρέλειπε να με φωνάζει. Γιατί ήξερε πόσο μου άρεσε η μυρωδιά του νωπού μελανιού στο χαρτί. Από μικρό παιδάκι αυτό. Ρουφάω λίγο καφέ, ρίχνω μια ματιά στο βρεγμένο τζάμι και στις ακακίες πίσω του και διαβάζω: «μελάνη τυπογραφική: μίγμα αδιαλύτων εις το ύδωρ χρωστικών και συμπληρωματικών ουσιών λεπτότατα αλεσθεισών, κατανεμημένων εντός βερνικίου ελαίου ή ξηραινομένων χρωμάτων».

Όταν είμαι συγκεντρωμένη όπως τώρα και δεν ασχολούμαι με κουβέντες και υποθέσεις αλλωνών, δουλεύω μεθοδικά κι έχω αποτέλεσμα, προχωράω δηλαδή. Από επιλογή δεν έχω συνεργάτες, δεν έχω μιλήσει σε κανέναν για το σχέδιο μου. Μπορεί να γίνομαι μελοδραματική, εντάξει, μα στ’ αλήθεια νομίζω πως δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν. Ούτε καν τον ίδιο μου τον αδελφό που ζει στο αποκάτω διαμέρισμα. Περνάει το μεγαλύτερο κομμάτι της μέρας εκτός σπιτιού, δεν είμαι σίγουρη ακριβώς πού, αλλά το προτιμώ έτσι. Με φίλους και λοιπούς δεν ασχολούμαι πια, χωρίς κέρδος κέρατα, που έλεγε κι ο πατερούλης μου. Διαβάζω: «Επί μακρόν η διαδικασία της παρασκευής της μελάνης ετηρείτο μυστική και έκαστος τυπογράφος παρεσκεύαζε μόνος τα μίγματά του. Το 1818 ο Pierre Lorrilleux, τυπογράφος του Εθνικού Τυπογραφείου της Γαλλίας εγκατέστησε το πρώτον εργοστάσιον μελανών και επώλει τα προϊόντα του εις τους άλλους τυπογράφους».

Η έρευνα που ανέφερα πριν έχει δύο πλευρές, την θεωρητική, που έχει να κάνει με την αναζήτηση πληροφοριών, και την πρακτική, δηλαδή την εφαρμογή των πληροφοριών. Κάτι σαν πειράματα δηλαδή. Τις πληροφορίες τις βρίσκω μετά από επίμονη αναζήτηση στο περίφημο ίντερνετ. Δε μου αρέσει που το λέω, αλλά κάθε μέρα περνάω πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη. Στην βιβλιοθήκη δεν μπορώ πια να πάω, γιατί δεν υπάρχει. Ούτε κι αλλού μπορώ να κοιτάξω, για παράδειγμα σε περιοδικά από σπίτια γνωστών ή στο κομμωτήριο, δεν έχει απομείνει τίποτα τυπωμένο, ούτε διαφημιστικό φυλλάδιο, ούτε καν φέιγ βολάν. Μα ακόμα και στο ίντερνετ, κι εκεί υπάρχουν κενά, αφού οτιδήποτε έχει να κάνει με το μελάνι έχει χαθεί. Για παράδειγμα, εδώ γράφει: «Οι αρχαίοι εγνώριζαν τας μελάνας του γαλλικού οξέος και του μέλανος της σηπίας, αλλά αύται φαίνεται ότι εχρησιμοποιούντο κυρίως υπό των αντιγραφέων των χειρογράφων». Κι όμως, όσο κι αν έψαξα πληροφορίες για τις σουπιές, με ενδιέφερε φυσικά το πώς γίνεται η εκτροφή τους, δεν είχα καμία επιτυχία. Δεν βρήκα τίποτα, λες κι αυτό το ζωικό είδος δεν είχε υπάρξει ποτέ. Και να τι ανακάλυψα προχτές που είχα πάει για ψώνια: οι σουπιές έχουν χαθεί από τους καταψύκτες στο σουπερμάρκετ, αλλά κι από τον πάγκο του ψαρά. Τον ρώτησα πότε θα φέρει γιατί και καλά ήθελα να φτιάξω με σπανάκι και μου απάντησε πως δεν ήξερε, είχανε έλλειψη, πίστευε πως έφταιγε ο καιρός.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αποκαλύψω το τρομερό μου πλεονέκτημα, που είναι ταυτόχρονα και η πιο σημαντική πηγή που διαθέτω. Μιλάω για το λήμμα «μελάνη» στην σελίδα εννιακόσια δεκαεπτά του ένατου τόμου της Γενικής Παγκοσμίου Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος-Λαρούς, έκδοση 1964 της Επιστημονικής Εταιρείας Γραμμάτων. Πρόκειται για ένα κείμενο με εκπληκτικές λεπτομέρειες για την ιστορία του μελανιού, τα είδη και την κατασκευή του. Αυτό το πολύτιμο απόκτημα το οφείλω αποκλειστικά και μόνο στην προνοητικότητα και την οξυδέρκειά μου, αφού σκέφτηκα να κόψω το φύλλο αυτό από το βιβλίο μόλις δύο μέρες πριν από εκείνο το μεσημέρι. Λέω για τότε που επέστρεψα στο σπίτι και βρήκα τη μαονένια βιβλιοθήκη του σαλονιού άδεια, το ίδιο και την εφημεριδοθήκη· ακόμα και το άλμπουμ με αποκόμματα περιοδικών που είχα φτιάξει για τον αγαπημένο μου ηθοποιό στο γυμνάσιο. Όλα άδεια, ούτε χαρτάκι, ούτε κλωστίτσα από το δέσιμο της ράχης, ούτε καν σκόνη, λες και είχε περάσει συνεργείο καθαρισμού. Ήταν η μέρα που εξαφανίστηκαν όλα τα έντυπα. Το πώς σώθηκε το φύλλο της εγκυκλοπαίδειας παραμένει ακόμα μυστήριο για μένα, αν κι έχω τη θεωρία ότι το προστάτευσε το βελούδο με το οποίο είναι καλυμμένο το εσωτερικό της κοσμηματοθήκης, όπου το είχα κρύψει. Ούτε κι αυτό έγινε τυχαία όμως, επίτηδες το έβαλα εκεί γιατί είχα διαβάσει κάπου ότι το βελούδο, ειδικά το σκουρόχρωμο, είναι εντελώς αδιαπέραστο από κάθε είδους εκφυλιστικό ενεργειακό πεδίο.

Για να πω την αλήθεια, βέβαια, εγώ είχα υποψιαστεί ότι κάτι περίεργο επρόκειτο να συμβεί πριν από τρεις εβδομάδες, μπορεί να ήταν και και λίγο περισσότερο. Είχα παρατηρήσει ότι μέρα με τη μέρα, όταν τακτοποιούσα τις ημερήσιες εφημερίδες στον προθάλαμο του αναγνωστηρίου, το μελάνι δεν ήταν πια μαύρο, αλλά καφέ, κι έπειτα καφεκόκκινο, προς το τέλος είχε φτάσει στο χρώμα της σκουριάς. Κι επίσης, σταδιακά γινόταν ολοένα και πιο αχνό με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να διαβάσεις τις λέξεις, ενώ κάποιες σελίδες ήταν σχεδόν λευκές. Κανείς όμως, εκτός από εμένα και το παιδί που τις έφερνε κάθε πρωί από την αποθήκη του πρακτορείου, δεν είχε προσέξει τις εφημερίδες. Όλοι σήμερα μαθαίνουν τα νέα από το διαδίκτυο και δεν ασχολούνται με τα έντυπα. Οι αναγνώστες περνούσαν μηχανικά από τον προθάλαμο για να πάνε στο αναγνωστήριο χωρίς να ρίχνουν ούτε ματιά στις καφεκόκκινες εφημερίδες.

Δύο μέρες πριν τα έντυπα εξαφανιστούν, είχα ανέβει στον δεύτερο όροφο για να βάλω στη θέση τους κάτι βιβλία φυτολογίας που μόλις τα είχαν επιστρέψει. Ήταν περασμένες εφτά, λίγο πριν το σχόλασμα, θυμάμαι έβρεχε πάλι, κι είχα ανέβει τρέχοντας. Βάδιζα στον κεντρικό διάδρομο ελέγχοντας τους κωδικούς, για να βρω τα σωστά ράφια. Εκείνη τη στιγμή άκουσα κάτι σαν μακρόσυρτο αναστεναγμό, ένα παραπονεμένο θρόισμα που κράτησε σχεδόν ένα λεπτό κι όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να εντοπίσω από πού ερχόταν. Έμοιαζε να με κυκλώνει από παντού και ταυτόχρονα ένα κύμα κρύου αέρα με τύλιξε κι ένα συναίσθημα ανεξήγητης λύπης βάρυνε την καρδιά μου. Η όλη αίσθηση ήταν τόσο δυσάρεστη που έφυγα βιαστικά, παρόλο που δεν είναι στον τύπο μου να φεύγω σαν κυνηγημένη. Μέσα στην αναμπουμπoύλα του τέλους ωραρίου, ήταν και Παρασκευή, δεν βρήκα την ευκαιρία να συζητήσω το περιστατικό με κάποιον συνάδελφο. Το Σαββατοκύριακο το σκέφτηκα μόνη μου το θέμα και κατάλαβα, χρησιμοποιώντας το αλάνθαστο ένστικτό μου, ότι ήταν κάτι σαν προειδοποίηση απευθυνόμενη αποκλειστικά σε μένα. Έτσι, την επόμενη Δευτέρα δεν είπα τίποτα σε κανένα, εξάλλου δεν υπήρχε στο προσωπικό της βιβλιοθήκης κάποιος που θα μπορούσε να καταλάβει όσα είχα να καταθέσω.

Η βιβλιοθήκη έκλεισε μια εβδομάδα μετά την εξαφάνιση των εντύπων. Τρεις μέρες αργότερα το κτήριο χάθηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα πάρκο με ψηλές λεύκες και παιδική χαρά. Κάθε φορά που ο δρόμος μου περνάει από εκεί φροντίζω να μην το διασχίζω παρά να κινούμαι περιμετρικά κι όσο γίνεται πιο μακριά από τα δέντρα. ‘Οπως και να ‘χει, από τότε που έχασα την δουλειά μου, σπάνια βγαίνω από το σπίτι. Περνάω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μπροστά στον υπολογιστή. Με οδηγό το λήμμα «μελάνη» προσπαθώ, πολλές φορές με τρόπο πανούργο, να ανακαλύψω κρυφές πληροφορίες. Προσπαθώ, και προσπαθώ. Σήμερα είμαι πιο αισιόδοξη, ίσως εξαιτίας της βροχής, και τα πράγματα δε μου φαίνονται και τόσο δύσκολα. Διαβάζω: «Εις τας διαφόρους μεθόδους εκτυπώσεων χρησιμοποιούνται μελάναι τελείως διαφόρου ενίοτε συστάσεως, αλλά πάντως όλαι συνίστανται εκ δύο κυρίων προϊόντων: εκ μίας στερεάς ύλης ή αδιαλύτου εις το ύδωρ χρωστικής, ήτις δίδει το χρώμα και εκ μίας ρευστής ή φυραματώδους συνδετικής ύλης ή διαλύτου εντός του οποίου ενσωματούται πλήρως η αδιάλυτος εις το ύδωρ χρωστική».

Η αλήθεια είναι ότι δεν αντέχω πια να βλέπω τα φωτισμένα σημαδάκια, αυτά τα φαντάσματα χωρίς οσμή και σώμα. «Αι χρησιμοποιούμεναι αδιάλυτοι εις το ύδωρ χρωστικαί είναι ανόργανα χρώματα υπό μορφήν λεπτοτάτης κόνεως: αιθάλη, πρωσσικόν κυανούν, χρωμικός μόλυβδος κ.λ.π.». Το πρώτο βιβλίο που μου είχε χαρίσει ο μπαμπάς, ήταν ο Μικρός Παλιάτσος και είχε ασπρόμαυρες εικόνες που είχα χρωματίσει με μεράκι και προσοχή, τόσο στην επιλογή των χρωμάτων, όσο και στην εκτέλεση. Ήταν η ιστορία ενός αγοριού που το είχαν αρπάξει από την οικογένειά του οι άνθρωποι ενός τσίρκου γιατί ήταν πολύ χαριτωμένο και το είχαν κάνει παλιάτσο. Το χαρτί είχε χρώμα σαμουά και ήταν αρκετά παχύ, οι σελίδες μύριζαν μελάνι, ακόμα και μετά από χρόνια. Δεν το είχε τυπώσει ο ίδιος, αλλά είχε πάει σε ένα βιβλιοπωλείο και το είχε αγοράσει ειδικά για τα έβδομα μου γενέθλια, που είχα μάθει πια να διαβάζω. Στην πρώτη σελίδα είχε γράψει μια αφιέρωση που έλεγε πως κανείς δεν θα κατάφερνε με κλέψει από αυτόν, επειδή με αγαπούσε πάρα πολύ. Είχε πατήσει τόσο δυνατά το στυλό που τα γράμματα είχαν χαραχτεί και στα επόμενα τέσσερα φύλλα. Στο τέλος της ιστορίας ο μικρός παλιάτσος βρίσκει την οικογένειά του, μα το βιβλίο που μου χάρισε ο μπαμπάς χάθηκε μαζί με όλα τα άλλα έντυπα εκείνη τη μέρα.

Η αιθάλη, λέει το ίντερνετ, είναι ακάθαρτα σωματίδια άνθρακα που προκύπτουν από την ατελή καύση των υδρογονανθράκων. Τελείωσα με τον καφέ. Μόλις σταματήσει η βροχή θα βγω στην πίσω αυλή να βάλω φωτιά στην άδεια βιβλιοθήκη. Αν δεν φτάσει, θα ρίξω στις φλόγες τις καρέκλες, το τραπέζι, το κρεβάτι, κι αν είναι ανάγκη ακόμα και τα κουφώματα.


 

Friday, 2 April 2021

Θέλω - κάτι λιγότερο από πεντακόσιες λέξεις

Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και το ότι αγαπώ τον χειμώνα, κι ακόμα περισσότερο τη βροχή, το έχεις μάθει πια, όμως τώρα, περίεργο πράγμα, θέλω να είναι καλοκαίρι, Αύγουστος, η πόλη άδεια, να λείπουν όλοι διακοπές, τα μαγαζιά κλειστά, τα ρολά κατεβασμένα, να έχει μόλις πέσει η νύχτα, να περπατάμε σε έρημους δρόμους, στη Σταδίου, στην Κολοκοτρώνη, στην Ερμού, να ψάχνουμε κάπου να φάμε, θα φοράω αεράτο φόρεμα και πέδιλα, θα βαδίζω σε κάποια απόσταση, θα θες να με ακουμπήσεις, θα νιώθω το βλέμμα σου δίχως να σε κοιτάζω, θέλω να ποθείς να με αγγίξεις μα να μην κάνεις τα επιπλέον βήματα, να μη γεφυρώνεις την απόσταση, εγώ να πηγαίνω με την πλάτη στητή, να σε προκαλώ με το στήθος τεντωμένο μπροστά, κι εσύ να λες ότι πεινάς σαν λύκος, θα διψάω, το περπάτημα θα με έχει κουράσει, θα ζεσταίνομαι και τα ρούχα θα έχουν αρχίσει να κολλάνε με την υγρασία, δε θα βρίσκουμε πουθενά να κάτσουμε, θα αρχίσω να γκρινιάζω κι εσύ να νευριάζεις, τελικά θα βρούμε μια αυλή, ένα μικρό σουβλατζίδικο, θέλω να καθίσουμε αντικριστά στο τραπεζάκι, να γεμίσουμε ποτήρια με κρύο κρασί, να φάμε κουβεντιαστά, κάπως αργά, και την ώρα που θα λέμε «γεια μας» γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω να δούμε τον ουρανό, γεμάτο φορτωμένα σύννεφα, να έχει κατέβει πάνω από τα ζεσταμένα κεφάλια μας, εκείνη τη στιγμή θέλω να πεις «κοίτα», εγώ να σου απαντήσω «βλέπω», να πληρώσουμε βιαστικά, χωρίς πολλά πολλά, και να πιάσουμε πάλι το περπάτημα, να πηγαίνουμε προς άγνωστη κατεύθυνση, ασυμφώνητη, θέλω να περπατάς δίπλα μου, πιο κοντά τώρα, και ξαφνικά να νιώσω μία σταγόνα στο μάγουλο, κι ακόμα μία στο μπράτσο, το βήμα μας ασυναίσθητα να ανοίξει, να με πιάσεις από τον αγκώνα, σαν να θες να με οδηγήσεις κατά κάποιο τρόπο κάπου, να περπατάμε και να μην ακούω τίποτα άλλο εκτός από τη βροχή και την αναπνοή σου, η βροχή θα δυναμώνει, θα χτυπάει στην άσφαλτο, στα πεζοδρόμια και στα καπό των αυτοκινήτων, ένας κεραυνός θα λάμψει σαν σε πανί κινηματογραφικής οθόνης κρεμασμένο μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα από λίγο μια δυνατή βροντή θα ηχήσει και τότε θέλω να με τραβήξεις σε μια στοά με σβησμένες βιτρίνες, να σταθούμε στην άκρη της δίχως να μιλάμε, να βλέπουμε τις σταγόνες να πυκνώνουν, να πλημμυρίζουν το πεζοδρόμιο κι αναπηδώντας να σχηματίζουν ένα σύννεφο στο ύψος των αστραγάλων μας, να στέκεσαι δίπλα μου, να ανασαίνεις, να νιώθω τον μηρό σου κολλημένο στον δικό μου, να αφουγκράζομαι τους αναστεναγμούς σου, να παρακολουθώ τη βροχή να φράζει το άνοιγμα της στοάς σαν κουρτίνα, να ανασαίνω ολοένα και πιο γρήγορα, να σπρώχνομαι από αέρα σπρωγμένο από τη στύση σου, τη στιγμή που σε κοιτάζω κι αναρωτιέμαι πόσα αστράκια χωράνε στα ράφια των φρυδιών σου.

Nebraska storm coming

 


Limassol April rain




 

Sunday, 21 March 2021

Talk to me like the rain and let me listen, Tennessee Williams (1953)

Δύο ανώνυμα πρόσωπα, ο Άνδρας και η Γυναίκα, ζουν σε ένα ρημαγμένο διαμέρισμα στο Λόουερ Ιστ Σάιντ. Εκείνος είναι αλκοολικός, εκείνη συνειδητά παραιτημένη. Ανάμεσά τους υπάρχει μια απόγνωσης.

[...]

ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλήσεις, αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλήσεις τώρα;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι!

ΑΝΤΡΑΣ: Ε λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και—άσε με ν’ ακούω, άσε με να είμαι ξαπλωμένος εδώ και—ν’ ακούω… Έχουμε πολύ καιρό να—μιλήσουμε ανοιχτά μεταξύ μας. Για πες μου, τώρα: τι σκεφτόσουν στη σιωπή;—ενώ εγώ τραβιόμουν σαν βρώμικη καρτ-ποστάλ στην πόλη… Πες μου, μίλα μου! Μίλα μου σαν τη βροχή και εγώ θα ξαπλώσω εδώ και θ’ ακούω.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω—

ΑΝΤΡΑΣ: Πρέπε να το κάνεις, είναι απαραίτητο! Πρέπει να ξέρω, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μείνω εδώ ξαπλωμένος και θ’ ακούω, θα μείνω εδώ ξαπλωμένος και—

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω.

ΑΝΤΡΑΣ: Να φύγεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω!

ΑΝΤΡΑΣ: Πώς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! Θα πιάσω δωμάτιο σε ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα με ψεύτικο όνομα

ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ: ΆνναΤζόουνς… Η καμαριέρα θα είναι μια μικρόσωμη ηλικιωμένη κυρία που θα έχει έναν εγγονό, για τον οποίο θα μιλάει… Θα κάθομαι στην καρέκλα, όσο η γριούλα θα στρώνει το κρεβάτι, τα χέρια μου θα κρέμονται στα πλάγια—η φωνή της θα είναι—γαλήνια… Θα μου λέει τι έφαγε ο εγγονός της για μεσημεριανό!—ταπιόκα και—κρέμα… Το δωμάτιο θα είναι σκιερό, δροσερό, και γεμάτο με το μουρμουρητό της

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.

ΑΝΤΡΑΣ: Και;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αναστάτωση θα—περάσει!

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι...

ΓΥΝΑΙΚΑ: Μετά από από λίγο η γριούλα θα πει, το κρεβάτι σας είναι έτοιμο Μις, κι εγώ θα πω—Σε ευχαριστώ… Πάρε ένα δολάριο από το πορτοφόλι μου. Η πόρτα θα κλείσει. Και θα μείνω ξανά μόνη. Τα παράθυρα θα είναι ψηλά με μπλέ μακριά παντζούρια και θα είναι εποχή βροχής—βροχής—βροχής… Η ζωή μου θα είναι σαν το δωμάτιο, δροσερή—σκιερή και—γεμάτη με το μουρμουρητό της—

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής

[...]