Wednesday, 11 November 2020

Νύχτα-ξημέρωμα-πρωί

Εμπρός; Εσύ είσαι; Δεν ακούω καλά.  
Όχι, δεν με ξυπνάς, λίγο ξεκουραζόμουν στον καναπέ. Καθόλου δε με ξυπνάς.
Έλα, εμπρός; Στο ξενοδοχείο είσαι, πού είσαι, δεν σε ακούω. Πού είσαι; 
Εγώ ακόμα στο σπίτι. Από προχθές. Χθες είχε λιακάδα από το πρωί, δεν βγήκε κανείς. Σ’ έπαιρνα τηλέφωνο όλη μέρα. Πού χάθηκες; 
Ακόμα σπίτι, ναι, περιμένω. Τα ξημερώματα είπαν. Δεν παρακολουθείς το δελτίο; 
Στέκομαι πίσω από την μπαλκονόπορτα τώρα. Βλέπω τους απέναντι παραταγμένους πίσω από την τζαμαρία. Ο πατέρας, εκείνος ο μελαχροινός με το μουστάκι, μου κουνάει μια ομπρέλα. 
Το ημερολόγιο λέει «σελήνη δώδεκα ημερών», αλλά τα σύννεφα δεν αφήνουν να φανεί τίποτα. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι σκοτεινά, τα φώτα όλων των σπιτιών είναι αναμμένα. Και τα φανάρια στους κήπους. Μοιάζει με παραμονή Πρωτοχρονιάς. 
Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, νιώθω αισιόδοξος. Το εννοώ, δεν είναι λόγια. Τα σύννεφα έχουν ένα βαθιά μολυβί χρώμα. Σήμερα θα προλάβω. Είπαν θα βρέχει αρκετές ώρες. Μπορεί και μέχρι το μεσημέρι. Μη φοβάσαι, θα πάρω μαζί μου και τη σκούφια. Για κάθε ενδεχόμενο. Μην ανησυχείς για μένα. Πιστεύω πως δεν ανησυχείς στ’ αλήθεια. Οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. 
Τη χθεσινή μέρα την πέρασα κλεισμένος μέσα, τηλεφωνώντας σου. Είχα σφραγίσει τις μπαλκονόπορτες μεθοδικά. Τα μικροσωματίδια θα ήταν «εξαιρετικά αυξημένα καθ όλη τη διάρκεια της ημέρας», έτσι είπανε. 
Εμπρός, δεν σ ακούω, τι λες; 
Δεν θα με ενοχλούσε αν ανησυχούσες πάντως. 
Να την, ξεκινάει. 
Μετά τις πρώτες σταλαγματιές δυναμώνει απότομα. Ακούς το θόρυβο που κάνει στα τζάμια; 
Σε πέντε λεπτά ο αέρας θα έχει καθαρίσει. Θα είναι εντάξει, ναι. Σε δέκα λεπτά θα βγω. Νοιάζεσαι;
Το αδιάβροχό μου το φοράω, το είχα βάλει πριν ξαπλώσω. Θα μου άρεσε να βραχώ. Αφού ξεπλυθούν τα μικροσωματίδια, βέβαια. Θυμάσαι εκείνη τη βραδιά στο λιμάνι; Μη λες ναι, αφού δεν τη θυμάσαι. 
Ακούς τη βοή; 
Πίσω από την εξώπορτα ο δρόμος γυαλίζει βρεγμένος κάτω από τους προβολείς των αυτοκινήτων. Το πεζοδρόμιο έχει αρχίζει να γεμίζει με ανθρώπους. 
Περιμένω στο φανάρι, να περάσω τη διάβαση. Στο βάθος, κατά μήκος της σκοτεινής έκτασης του νεκροταφείου ανάβουν φωτάκια. Φαντάζομαι ανθρώπους σκυφτούς πάνω από τα καντήλια. Δεν τους βλέπω, αλλά ξέρω πως έχουν σχηματίσει ουρά στην είσοδο. Κάθε φορά αυτό γίνεται. Άσχετα με την ώρα ή τη μέρα. Το έχω παρατηρήσει. 
Περνάω τον δρόμο, στρίβω αριστερά. Δεν τρέχω, υπάρχει φόβος να γλιστρήσω. Θα προλάβω σου λέω. 
Προσπερνάω μια γυναίκα που σπρώχνει ένα παιδικό καρότσι κάτω από μια τεράστια ομπρέλα. Κρίμα που δεν υπάρχει φεγγαρόφωτο. Θα σε γοήτευε νομίζω. 
Στην πλατεία, κάποιοι πίνουν καφέ, όρθιοι κάτω από πλαστικές τέντες. Οι περισσότεροι περπατούν βιαστικά. Ομπρέλες συγκρούονται. 
Τα φώτα της βιβλιοθήκης είναι αναμμένα όλα. Εορταστικά, όπως σου είπα πριν. Αποφασίζω να μην σταματήσω. Δεν θα ήταν καλή ιδέα να το ρισκάρω, σωστά; 
Μαζί με το νερό της βροχής, τα μικροσωματίδια παρασύρονται σε ρείθρα, σωλήνες κι υπονόμους. Tο πολυκατάστημα με τους έντεκα ορόφους λαμποκοπάει, ενώ ο συννεφιασμένος ουρανός έχει αρχίζει να φωτίζεται αμυδρά στα ανατολικά. 
Δεν κάνω στάσεις. Έχω απόλυτη συνείδηση του σακιδίου που κρέμεται στους ώμους μου. Κρατάω το βήμα σταθερό. Δεν θέλω να κυλιστώ στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Μη νοιάζεσαι, αυτή τη φορά θα προλάβω. Πόσο γρήγορα νομίζεις ότι μπορώ να περπατήσω μ όλους αυτούς γύρω μου; 
Φθάνω στο πάρκο, που αναδύει μυρωδιά βρεγμένου χώματος. Δεν γίνεται να μην επιβραδύνω, το ξέρεις αυτό. Η μοσχομυριστή μάζα των δέντρων. Επιβραδύνω. 
Η ουρά ξεκινάει στην επόμενη διασταύρωση. Στέκονται εφ’ ενός ζυγού, άντρες, γυναίκες, παιδιά. Με σακίδια σαν το δικό μου, ή και λίγο μεγαλύτερα. Μισοκρυμμένοι, κάτω από τις ομπρέλες. Αν ήσουν εδώ, θα μοιραζόμασταν την ομπρέλα μου. Παρόλο που δεν βλέπω κανένα ζευγάρι. Όλοι μονοί είναι. Παίρνω θέση πίσω από τον τελευταίο, είναι ψηλός, με μακριά μαλλιά, βαμμένα ξανθά. Από εδώ δεν φαίνεται ο σταθμός που είναι τρία τετράγωνα παρακάτω.  
Προχωράμε αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ο μπροστινός αλλάζει αδιάκοπα το πόδι όπου ρίχνει το βάρος του. Δεν γίνεται να μην το προσέξω, καθώς μεταφέρει την κίνηση και στην ομπρέλα του. Η παρατήρηση αυτής της εναλλαγής είναι κουραστική.
Προσπαθώ να κοιτάζω γύρω κι όχι ευθεία μπροστά μου. Τα πάντα είναι τυλιγμένα με ένα ασπριδερό φως. Ξημέρωσε. Ο σταθμός εκπέμπει άτονες ανταύγειες στο βάθος. Πίσω μου η ουρά χάνεται στην στροφή. Περιμένουμε, άνθρωποι άυπνοι, με στόματα στεγνά. Και βουβά. Τόσες ώρες δεν έχω ξεστομίσει λέξη. 
Το μεγάλο ρολόι του δημαρχείου χτυπάει εννιά. Πόσες ώρες βρίσκομαι εδώ; Τα πέλματά μου καίνε. Χοροπηδάω επί τόπου. Παρατηρώ ότι δεν βλέπω πια τους μικρούς κρατήρες που αφήνουν οι σταγόνες της βροχής στην υδάτινη επιφάνεια του πεζοδρομίου. Βλέπω τον μπροστινό μου να κοιτάζει κάτω και να φέρνει το ελεύθερο χέρι του στο πηγούνι. 
Όπως αντιλαμβάνεσαι, είναι ζήτημα ελάχιστων δευτερολέπτων. 
Βλέπω την ουρά να διαλύεται. Τα μέλη της να κινούνται προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Την απογοήτευση την καταλαβαίνω από τον βηματισμό τους, αν και είναι ταχύς, ώστε να επιστρέψουν σπίτια τους έγκαιρα. Την απελπισία τη βλέπω στον τρόπο που κλείνουν τις ομπρέλες. Δεν χρειάζεται να κοιτάξω τα πρόσωπά τους. 
Η παρατηρητικότητά μου είναι στ’ αλήθεια αυξημένη τον τελευταίο καιρό. Τα μικροσωματίδια, βλέπεις. 
Στρέφομαι κι εγώ προς μία κατεύθυνση. Κλείνω την ομπρέλα μου. Απελπισμένος που φεύγω χωρίς εισιτήριο. Επιστρέφω περπατώντας, απογοητευμένος που δεν πρόλαβα πάλι. Το βήμα μου ταχύτερο τώρα. Παρόλο που φοβάμαι μην πέσω.


 

Sunday, 8 November 2020

Φράουλες, Joseph Roth (1929)

Οι δρυοκολάπτες σφυροκοπούσαν κιόλας κρυμμένοι στις φυλλωσιές των δέντρων. Έβρεχε συχνά. Μαλακές βροχές, λες κι ήταν από νερό μεταξένιο. Έβρεχε μονότονα μια μέρα ολόκληρη, δύο μέρες, μία βδομάδα. Φυσούσε, αλλά τα σύννεφα δεν σάλευαν άπ’ τη θέση τους, έστεκαν ακίνητα σαν άστρα στον ουρανό. Έβρεχε προσεκτικά, μεθοδικά. Οι δρόμοι γέμιζαν λάσπες. Οι βάλτοι έμπαιναν στα δάση, τα βατράχια κολυμπούσαν ανάμεσα στους θάμνους. Οι ρόδες των κάρων δεν έτριζαν πια. Λες και κυλούσαν οι καρότσες πάνω σε λάστιχο. Τα πέταλα των αλόγων ήταν αθόρυβα. Όλοι έβγαζαν τις μπότες τους, τις κρεμούσαν στον ώμο και περπατούσαν ξυπόλυτοι.
   Ο καιρός καθάριζε από τη μια μέρα στην άλλη. Ένα ωραίο πρωί η βροχή σταματούσε. Κι έβγαινε ο ήλιος, σαν νά’ χε μόλις γυρίσει από τις διακοπές του.
    Αυτή ήταν η μέρα που περιμέναμε. Η μέρα που οι φράουλες θά’ ταν πια ώριμες.
[Joseph Roth, Φράουλες (1929), 
μτφρ. Μ. Αγγελίδου για τις εκδόσεις Άγρα (2020)]


 

Saturday, 7 November 2020

Η σιωπή, Don DeLillo (2020)

«Ποιά μέρα έβρεξε;» είπε εκείνη.

«Καταγράφεις ποια μέρα έβρεξε στο ημερολόγιό σου. Απαθανατίζεις ποιά μέρα έβρεξε. Όλος ο στόχος των διακοπών είναι να τις ζήσει κανείς υπέροχα. Εσύ μου το είπες αυτό. Να συγκρατώ τα κύρια σημεία στο μυαλό μου, τις ζωηρές στιγμές και ώρες. Τις μεγάλες βόλτες, τα υπέροχα γεύματα, τα μπαρ, τη νυχτερινή ζωή».

Δεν άκουγε τι έλεγε γιατί ήξερε ότι ήταν αερολογίες.

«Jardin du Luxemburg, Ile de la Cite, Notre Dame, ανάπηρος αλλά ζωντανός. Κέντρο Πομπιντού. Ακόμη έχω το απόκομμα του εισιτηρίου».

«Πρέπει να ξέρω ποια μέρα έβρεξε. Το θέμα είναι να κοιτάζεις τις σημειώσεις χρόνια αργότερα και να βλέπεις την ακρίβεια, τη λεπτομέρεια».

«Δεν μπορείς να σταματήσεις».

«Δεν θέλω να σταματήσω», είπε εκείνη.

[Don DeLillo, Η σιωπή (2020), 
μτφρ. Ζ. Μπ. Αρμάου για τις εκδόσεις Gutenberg (2020)]

Sunday, 1 November 2020

Τλάλοκ [=αυτός που κάνει τα πράγματα να βλασταίνουν (Ναουάτλ)]

Φοβισμένοι, τον λάτρευαν οι Αζτέκοι, με μια λατρεία πανάρχαιη σε όλη τη Μεσοαμερική: τον Τλάλοκ, μία κυρίαρχη μορφή του πανθέου τους. Πίστευαν ότι κατοικούσε στις πάντα νεφοσκεπείς βουνοκορφές κι από εκεί έστελνε στους ανθρώπους την αναζωογονητική βροχή του. Τον Τλάλοκ λάτρευαν και στο Τεοτιουακάν, αλλά και οι παλαιοί Ολμέκοι· οι Μάγια είχαν τον Τσάακ, με σύμβολό του το μάτι που έτρεχε δάκρυα, κι οι Ζαποτέκοι, στην καταπράσινη κοιλάδα της Οαχάκα, τον Κοτσίγιο. Και οι δύο αυτοί έμοιαζαν με τον Τλάλοκ, που κυβερνούσε στις σφαίρες του νερού, της γονιμότητας και της γεωργίας. Επέβλεπε τις σοδειές, κυρίως το καλαμπόκι, και την εναλλαγή των εποχών. Σύντροφός του ήταν η Τσαλτσιουτλίκουε, η θεά του γλυκού νερού και των λιμνών. Ως προς τη μορφή, ο Τλάλοκ θυμίζει τους άλλους θεούς της βροχής: έχει αιχμηρούς κυνόδοντες που προεξέχουν από το στόμα του και μεγάλα διογκωμένα μάτια, τα περιγράμματα των οποίων είναι δύο φίδια που συναντιούνται στο κέντρο του προσώπου, για να σχηματίσουν τη μύτη. Είναι λογικό, καθώς τα φίδια ταιριάζουν με την βροχή, το χώμα, την υγρασία, την φθορά, την τελειωτική φθορά, τον κάτω κόσμο. Επιπλέον, ο θεός κρατάει μακρύ σκήπτρο με αιχμηρό άκρο που συμβολίζει τον κεραυνό και τον περιβάλλουν σταγόνες βροχής.

Οι Αζτέκοι, για να δείξουν τον σεβασμό τους στον Τλάλοκ, του είχαν φτιάξει ιερό στο πιο ψηλό σημείο της αυτοκρατορικής τους πρωτεύουσας, της Τενοτστιτλάν. Το έχτισαν στο κέντρο της πόλης, στο Τέμπλο Μάγιορ, δίπλα σε αυτό του μεγάλου Ουιτζιλοπότστλι, θεού του πολέμου και του ήλιου και προστάτη τους. Το ιερό του Τλάλοκ συμβόλιζε την γεωργία και το νερό, ενώ το διπλανό τον πόλεμο, την κατάκτηση και την υποτέλεια. Αυτά ήταν τα δύο πιο μεγάλα ιερά της Τενοτστιτλάν, που είχε ιδρυθεί σε νησί μέσα σε βάλτο, στο σημείο όπου ο ίδιος ο Ουιτζιλοπότστλι έδωσε στους Αζτέκους σημάδι ότι είχαν φτάσει στη γη της επαγγελίας. Στο ιερό του Τλάλοκ υπήρχαν λίθινοι κίονες με εγχαράξεις στο σχήμα των ματιών του θεού και με ζωγραφισμένες δέσμες από γαλάζιες ταινίες. Εδώ οι πιστοί θυσίαζαν ζώα του νερού κι έφερναν σαν προσφορές αντικείμενα από νεφρίτη, πέτρα που είχε σχέση με το νερό, τη θάλασσα, την γονιμότητα και τον κόσμο των πεθαμένων.

Τον Τλάλοκ βοηθούσαν τα υπερφυσικά όντα που τα έλεγαν «Τλαλόκι» κι έφερναν την βροχή στην γη. Σύμφωνα με τους μύθους των Αζτέκων, ο Τλάλοκ ήταν και ο κυβερνήτης του Τρίτου Ήλιου, ή του Τρίτου Κόσμου, όπου κυριαρχούσε το νερό. Μετά από μια μεγάλη πλημμύρα ο Τρίτος Ήλιος καταστράφηκε και οι άνθρωποι αντικαταστάθηκαν από ζώα, όπως σκύλους, πεταλούδες και γάλους. Το Τλάλοκαν, το βασίλειο του Τλάλοκ, ήταν ο τέταρτος ουράνιος παράδεισος, ένας τόπος με πλούσια βλάστηση και αστέρευτες πηγές. Εδώ έρχονταν εκείνοι που είχαν χάσει την ζωή τους με βίαιο τρόπο ή εξαιτίας του νερού, καθώς και τα νεογέννητα μωρά κι οι γυναίκες που είχαν πεθάνει στη γέννα.

Κάθε χρόνο, τον τρίτο μήνα των Αζτέκων, δηλαδή στο τέλος της εποχής της ξηρασίας, γινόταν η πιο μεγάλη γιορτή του Τλάλοκ, που είχε σκοπό να διασφαλίσει άφθονη βροχή κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Σε αυτή την γιορτή πραγματοποιούνταν συχνά τελετουργίες με θυσίες παιδιών, γιατί το κλάμα τους πιστευόταν ωφέλιμο για τον ερχομό της βροχής. Τα δάκρυα των των νεογέννητων, που προορίζονταν για το Τλάλοκαν, τα θεωρούσαν αγνά και πολύτιμα. Οι αρχαιολόγοι βρήκαν στο Τέμπλο Μάγιορ τα απομεινάρια της θυσίας σαράντα πέντε μικρών παιδιών, τα πιο πολλά αγόρια, στον Τλάλοκ. Τα πλάσματα αυτά τα θυσίασαν, λένε οι ειδικοί, για να εξευμενίσουν τον θεό κατά τη διάρκεια μίας μεγάλης περιόδου ανομβρίας γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα. Αναμένεται η ανακάλυψη του χρονοταξιδιού, ώστε να επιβεβαιωθεί η υπόθεσή αυτή. Πάντως, το εγχείρημα αυτό επιβάλλεται να γίνει με τη δέουσα προσοχή κι έπειτα από ενδελεχή έρευνα, καθώς είναι πιθανό να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την ψυχική ισορροπία των ταξιδευτών.

Δεν ήταν, όμως, μόνο στο Τέμπλο Μάγιορ που λατρευόταν ο Τλάλοκ, αλλά και σε πολλές σπηλιές και βουνοκορφές. Το πιο καθαγιασμένο ιερό του βρισκόταν στην κορυφή του όρους Τλάλοκ, ενός σβησμένου ηφαίστειου στα ανατολικά του Μέξικο Σίτι. Εκεί έχουν βρεθεί τα ερείπια ναού με προσανατολισμό ανάλογο με αυτό του ιερού στην Τενοτστιτλάν. Τον ναό περιτρέχει περίβολος, όπου ξεκουράζονταν οι προσκυνητές και μία φορά το χρόνο φιλοξενούσε τον βασιλιά των Αζτέκων και τους ιερείς του.

Οι επικλήσεις προς τον Τλάλοκ, προκειμένου να στείλει τη βροχή στους ανθρώπους, περιέχονταν σε ιερά κείμενα, τα οποία γνώριζαν μόνο τα μέλη της ιερατικής κάστας του θεού. Μυστήριο αποτελεί το κατά πόσο αυτά τα κείμενα είχαν καταγραφεί ή μεταφέρονταν με προφορική μορφή από ιερέα σε ιερέα. Πιστεύεται ότι κάποιος αρχιερέας του Τλάλοκ, γνωστός ως «Κουετζαλκόατλ Τλάλοκ Τλαμακάζκουι» (=Φτερωτό Ερπετό Ιερέας του Τλάλοκ), κατείχε αρχαίο χειρόγραφο με τις προσευχές αυτές. Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις το χειρόγραφο βρίσκεται σε κρύπτη που είχε κατασκευάσει το Φτερωτό Ερπετό κάτω από το ιερό του Τέμπλο Μάγιορ. Διότι είχε αντιληφθεί τον μεγάλο κίνδυνο που αντιπροσώπευε, εξαιτίας της αποτελεσματικότητας των περιεχομένων του, για το ανθρώπινο είδος.

Στα μέσα του περασμένου αιώνα, ο διάσημος μεξικάνος αρχαιολόγος Χουάν Μορένο επιχείρησε, χωρίς επιτυχία, να εντοπίσει την κρύπτη. Μετά το θάνατό του, τα ημερολόγια της αποστολής Μορένο περιήλθαν στην κατοχή του Πανεπιστημίου του Πρόβιντενς, από το οποίο ο αποθανών είχε λάβει τον τίτλο του διδάκτορα. Με τον ανεκτίμητο αυτόν θησαυρό στην κατοχή του, τα τελευταία δύο χρόνια, το πανεπιστήμιό μας χρηματοδοτεί ερευνητικό πρόγραμμα, υπό τη διεύθυνση της γράφουσας, που στοχεύει στην αποκάλυψη της κρύπτης του Τέμπλο Μάγιορ. Δυστυχώς η οικονομική κρίση έχει πλήξει σοβαρά την επιστημονική αιγίδα του προγράμματός μας. Καθώς το σύνολο της ερευνητικής ομάδας πιστεύει ολόθερμα στην ύπαρξη του μαγικού χειρογράφου της βροχής, θα θέλαμε να ζητήσουμε την υποστήριξή σας στο έργο μας, το οποίο είμαστε διατεθημένοι να φέρουμε εις πέρας παρά τις αντιξοότητες. Οποιαδήποτε δωρεά είναι ευπρόσδεκτη, ακόμη κι ένα δολάριο. Ακόμα και λίγα σεντς. Ο,τιδήποτε. Σας παρακαλώ. Σας εκλιπαρώ. Πέφτω στα γόνατα.



 

 

 

Wednesday, 28 October 2020

Τσεσμέ, 10 Αυγούστου 2018

Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Καθισμένη σε αυτό το πολυσύχναστο καφενείο της προκυμαίας, νιώθω μέσα μου βαθιά την βεβαιότητα πως το να σου γράψω είναι το μόνο πράγμα που επιθυμώ να κάνω αυτή τη στιγμή. Εδώ, στο σιδερένιο τραπεζάκι με τον τούρκικο καφέ να αχνίζει μπροστά μου. «Δεν λέγεται τούρκικος, ελληνικό τον λέμε» μουρμούριζες. Με επιμονή, χωρίς να σε κουράζει η επανάληψη, αφού εγώ εσκεμμένα δεν διόρθωσα ποτέ την φράση αυτή.

Η ιεροτελεστία του μεσημεριανού καφέ. Tότε που δούλευες στο νοσοκομείο βραδινή βάρδια και ξύπναγες μεσημέρι, την ώρα που γύρναγα από το σχολείο. Ερχόμουν να σε φιλήσω, μύριζες τσιγάρο. Μου έδινες πάντα λίγο ψωμί βουτηγμένο στον καφέ σου. Ένα μουσκεμένο κομμάτι ψίχας, το κλειδί του κόσμου σου, που τότε έμοιαζε αχανής, δίχως τέλος. Μέχρι που μπήκα στην εφηβεία και με κάποιο ανεξήγητο τρόπο απέκτησα δυσανεξία στον τούρκικο καφέ. Δυσανεξία μέχρι ναυτίας, την οποία μάλλον ποτέ δε σου ανέφερα, γιατί εσύ εν τω μεταξύ είχες φύγει από το νοσοκομείο για να ανοίξεις δικό σου ιατρείο.

Τα ωράριά μας αλλάξανε, δούλευες πολύ για να φέρνεις χρήματα στο σπίτι, δε σε έβλεπα παρά αργά το βράδυ, όταν γύριζα από το φροντιστήριο. «Καλώς το παιδάκι μου». Πάντα ήμουν το «παιδάκι», αφού το όνομα που μου δώσατε δεν κατάφερες ποτέ να το ξεστομίσεις. Πίστευα πως το έβρισκες άσχημο, ενοχλητικό στην ακοή. Προσπάθησα να το αλλάξω επιβάλλοντας με μεγάλο κόπο κι επιμονή ταιριαστή με την δική σου ένα υποκοριστικό που δεν άρεσε καθόλου στη μαμά. Όταν κατάλαβα ότι το πρόβλημά σου δεν ήταν το όνομα, αλλά το πρόσωπο από το οποίο προερχόταν είχαν περάσει αρκετά χρόνια. Το υποκοριστικό μου ήταν πλέον καθιερωμένο, αποδεκτό από όλους συμπεριλαμβανομένης και της μαμάς, η οποία λάτρευε το πρόσωπο που μου είχε χαρίσει το όνομά μου.

Ήταν τότε που είχα αρχίσει να διακρίνω τα όρια του κόσμου σου. Με αυξανόμενη σαφήνεια. Ολοένα και πιο κλειστά, με κάθε κοίταγμα πιο στενά. Όταν καθόμασταν κάποια βράδια για φαγητό, ας πούμε, κι έχοντας πιει λίγο παραπάνω (πάντα λίγο, ποτέ πολύ) άρχιζες τα σχέδια για το ταξίδι που θα έκανες στη Μικρά Ασία, «Μικρασία» έλεγες. Έβλεπα τα μάτια σου να γυαλίζουν καθώς ιστορούσες πως θα πήγαινες να προσκυνήσεις τη γη των προγόνων σου και χαμήλωνα το βλέμμα γιατί ντρεπόμουν. Για λογαριασμό σου. Ήξερα τις κουβέντες σου λέξη-λέξη, μπορούσα να τις προβλέψω με ακρίβεια κόματος. Που θα πηγαίνατε με τον ξάδελφο σου τον Μάκη και θα βρίσκατε το πατρικό του πατέρα σου στην Κάτω Παναγιά, την εκκλησία του χωριού που παντρεύτηκε όλο το σόι σας, τα χωράφια σας, ίσως και την ψαρόβαρκα του παππού σου. Βρίσκοντας αυτήν την ονειροπόληση αφόρητη, τις πιο πολλές φορές σε διέκοπτα, ενώ οι υπόλοιποι μας παρακολουθούσαν. Η μαμά γελούσε, σχεδόν ξεκαρδιζόταν που θιγόσουν τόσο απροκάλυπτα. Μου απαντούσες με λόγια γεμάτα φαρμάκι που είχαν να κάνουν με το πόσο σεβασμό έτρεφα για τις ρίζες. Από αυτήν την ιστορία ξεκίνησαν οι καυγάδες μας. Από τότε που σου έλεγα, καμιά φορά ουρλιάζοντας, πόσο εύκολο θα ήταν να περάσεις τον δρόμο, για να μπεις στο πρακτορείο ταξιδίων που ήταν σχεδόν απέναντι από το σπίτι μας.

Τελικά το πρακτορείο έκλεισε το 2005, τρία χρόνια πριν πεθάνεις, χωρίς ποτέ να διαβείς το κατώφλι του. Ούτε καν απ’ έξω δεν πέρναγες, άλλαζες πεζοδρόμιο όταν έπρεπε να πας προς εκείνη την κατεύθυνση. Κάτω από τα σύννεφα που μαζεύονται γοργά και κλείνουν τον ορίζοντα νιώθω το βάρος της συνειδητοποίησης πως χειροκροτώ αυτήν την αναμφίβολα αμετακίνητη στάση σου. Την παραδέχομαι. Την προτιμώ από την πεποίθηση ότι θα πήγαινες τελικά στη Μικρά Ασία, ότι το είχες πάρει απόφαση, αλλά σε πρόλαβε το επεισόδιο. Το πείσμα σου, όπως είχα βαφτίσει την ανικανότητά σου να παίρνεις αποφάσεις, με έσωσε από δεκάδες, εκατοντάδες ίσως, άυπνες νύχτες. Την συστηματική ανικανότητά σου, σαν μια αρρώστια που σε βρήκε λίγο μετά τα σαράντα.

Μα ούτε αρρώστια δεν μπορεί να το πει κανείς. Σε λίγο θα αρχίσει να βρέχει, αλλά δε σηκώνομαι ακόμα. Θέλω να σου πω ότι ξέρω. Εγώ, που πλήρωσα δεκαπέντε ευρώ, μπήκα στο καΐκι και σε μισή ώρα βρέθηκα εδώ. Εγώ, που ήρθα για διακοπές στο νησί κι είπα να περάσω απέναντι, μια σύντομη εκδρομή. Έτσι, απλά. Χωρίς σκέψη και πρόγραμμα. Το αποφάσισα χθες βράδυ (καλά που είχα φέρει μαζί μου το διαβατήριο). Εγώ είμαι αυτή που το αποφάσισε και ξέρω. Δε θα πάω να ψάξω τα πατρογονικά σου, ούτε θα αναζητήσω τα διάφορα που μου έλεγες. Θα μείνω εδώ, με το φλιτζάνι στο χέρι, να χαζεύω τη βροχή. Με την πλάτη στραμμένη στην μικρή παραθαλάσσια πόλη, ξέρω.


 

Sunday, 25 October 2020

Pablo Neruda, Καλπάζοντας στον Νότο (1958)

Σαράντα λεύγες πάνω  στ’ άλογο:
οι κορδιγιέρες του Μαγιέκο, 
ο κάμπος φρεσκοπλυμένος, 
ο αέρας ηλεκτρικός και πράσινος.
Ένα αιφνίδιο πουλί σπάει σε πέταγμα, 
το νερό γλυστράει και γράφει
ψηφία χαμένα στη γη.

Βρέχει, βρέχει αργή βροχή,
βρέχει αιώνιες βελόνες
και το άτι που κάλπαζε
διαλύθηκε στη βροχή:
κι αμέσως ξαναχτίστηκε
με τις στάλες τις νεκροθάφτρες
και τώρα καλπάζω στον άνεμο
πάνω στο άτι της βροχής.

Πάνω στο άτι της βροχής τρέχω,
αφήνω πίσω τις εκτάσεις
τη μεγάλη νοτισμένη μοναξιά
τις κορδιγιέρες του Μαγιέκο

[από τη συλλογή Estravagario (1958),  
μτφρ. Δ. Στρατηγοπούλου για της εκδόσεις Δ. Σάμιος (χ.χ.)]
 

Pablo Neruda, Ο άνεμος στο νησί (1952)

Ο άνεμος είν' ένα άλογο:
άκου το πώς τρέχει
στη θάλασσα, στον ουρανό.

Θέλει να με πάρει: άκου
πώς περιτρέχει όλη τη γη
για να με πάρει μακριά.

Κρύψε με στην αγκαλιά σου
γι' αυτή τη νύχτα μόνο,
που η βροχή θρυμματίζει
πάνω στη θάλασσα και στη στεριά
τα αμέτρητα στόματά της.

Άκου πως ο άνεμος
με καλεί καλπάζοντας
για να με πάρει μακριά.

Με το μέτωπό σου στο μέτωπό μου,
με τα χείλη σου στα χείλη μου,
δεμένα τα κορμιά μας
στον έρωτα που μας καίει,
άσε τον άνεμο να φύγει
χωρίς να με πάρει μαζί του.

Άσε τον άνεμο να φύγει
αφροστεφανωμένος,
να με καλεί και να με ψάχνει
καλπάζοντας μες στο σκοτάδι,
κι εγώ, βυθισμένος,
στα μεγάλα σου μάτια,
γι' αυτή τη νύχτα μόνο
να ξαποσταίνω, αγάπη μου.
 
[Πάμπλο Νερούδα, Ερωτικά ποιήματα
μτφρ. Α. Δημητρούκα για τις εκδόσεις Πατάκη (2014)]
 
 

 

Thursday, 22 October 2020

Peter Handke, Ανέμελη δυστυχία (1972)

Το κλίμα σ' αυτή την περιοχή έχει μεγάλες διακυμάνσεις: παγεροί χειμώνες και πνιγηρά καλοκαίρια, όταν έδυε όμως ο ήλιος ή όταν κάποιος στεκόταν για λίγο στον ίσκιο μιας φυλλωσιάς άρχιζε να νιώθει ρίγος, Πολλή βροχή· από τις αρχές του Σεπτεμβρίου κιόλας, συχνά επί μερες ολόκληρες, υγρή ομίχλη μπροστά στα μικροσκοπικά παράθυρα, που ακόμα και σήμερα φτιάχνονται στο ίδιο σχεδόν μέγεθος· σταγόνες νερού στα σκοινιά της μπουγάδας, βατράχια που πετιόντουσαν ξαφνικά μπροστά σου καθώς περπατούσες μέσα στο σκοτάδι, κουνούπια, έντομα, πεταλούδες της νύχτας ακόμα και τη μέρα, κάτω από κάθε κούτσουρο στην καλύβα σκουλήκια και ξυλόψειρες: αναγκαζόταν κανείς να δηιουργήσει εξαρτήσεις απ' όλα αυτά, κάτι άλλο δεν υπήρχε. Σπάνια ανέμελος και κατά κάποιον τρόπο ευτυχισμένος, συνήθως ανέμελος και λίγος δυστυχισμένος. 
[Peter Handke, Ανέμελη δυστυχία (1972), 
μτφρ. Σπ. Μοσκόβου για τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας (2020)]

Wednesday, 14 October 2020

Τα βράδια μου

Προσπαθώ να το αποφεύγω, μα τις περισσότερες φορές δίχως επιτυχία. Να λέω για τη μητέρα μου εννοώ, να τα ξεκινάω όλα από εκείνη. Όπως και τώρα που θέλω να μιλήσω για τα προβλήματα που αντιμετώπιζα όλα αυτά τα χρόνια με τον ύπνο και νομίζω πως ήταν δικό της φταίξιμο. Αυτό πιστεύω πως είναι κάτι περισσότερο από μία επιφανειακή ψυχολογική προσέγγιση από πλευράς μου και αφήνω τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους.

Ως παιδί δεν είχα ποτέ ύπνο, κοιμόμουν πολύ δύσκολα κι όχι για πολλές ώρες. Δεν ξέρω γιατί γινόταν αυτό, εκείνη ποτέ δεν αναζήτησε τους λόγους, ούτε με πήγε σε κάποιο γιατρό ή παιδοψυχολόγο. Απλά το άφηνε να συμβαίνει, το δεχόταν. Τη θυμάμαι, σαν να ήταν χθες, να προσπαθεί ώρες ατέλειωτες να με κοιμίσει διαβάζοντάς μου. Γερμένη στο κεφαλάρι του κρεβατιού μου, που είχε κάτι ωοειδείς απολήξεις στις τέσσερις γωνίες, κατάκοπη, με το βιβλίο ακουμπισμένο στα γόνατα να χασμουριέται. Να γουρλώνει τα μάτια της για να κρατήσει τα βλέφαρα ανοιχτά. Αυτή είναι μια από τις πιο συνηθισμένες εικόνες της νηπιακής μου ηλικίας.

Η προσπάθεια να ρυθμίσει τον ύπνο μου πρέπει να την κατέβαλε τόσο πολύ, που μέχρι να πάω στο σχολείο την είχε εγκαταλείψει εντελώς. Νομίζω ότι αυτό ήταν μία απόφαση που πήρε συνειδητά. Σταμάτησε να προσπαθεί να με κάνει να κοιμηθώ, για νανούρισμα ούτε λόγος, ήμουν πάρα πολύ μεγάλη για αυτά τα πράγματα έλεγε. Δε με ανάγκαζε να πάω στο κρεβάτι μου άσχετα αν ήταν καθημερινή ή σαββατοκύριακο. Το μόνο που έκανε ήταν να με ξυπνάει για να πάω σχολείο πριν φύγει για τη δουλειά.

Κοιμόμουν μόνο όποτε νύσταζα, αργά τη νύχτα δηλαδή, πάντα μετά τα μεσάνυχτα, καμιά φορά και το μεσημέρι ή το απόγευμα, οπότε το βράδυ ξαγρυπνούσα ακόμα περισσότερο. Οι ώρες μου ήταν ακατάστατες και μόνο το σταθερό ωράριο του σχολείου με προστάτευε από το να κάνω τη μέρα νύχτα. Τις άγρυπνες ώρες που έμενα ξαπλωμένη στο κρεβάτι τις γέμιζα διαβάζοντας. Κάθε βράδυ, από τότε που έμαθα ανάγνωση, κατέφευγα σε κάποιο βιβλίο, πάντα μυθιστόρημα. Στ’ αλήθεια δεν πέρασε ούτε μία νύχτα χωρίς να διαβάσω, έστω και μόνο μία σελίδα. Στην πραγματικότητα οι σελίδες ήταν πολύ περισσότερες, αφού δεν ήμουν ποτέ αρκετά νυσταγμένη για να σταματήσω. Κι εκείνη δεν μπήκε ούτε μία φορά στο δωμάτιό μου για να μου πει να σβήσω το φως, ότι έχω σχολείο την επομένη ή κάτι τέτοιο.

Σταδιακά η διαδικασία της βραδινής μου ανάγνωσης έγινε ιεροτελεστία, ένα είδος βίτσιου ικανό να μου στερήσει τον ύπνο, ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις που νύσταζα, και να με εξουθενώσει. Στα χρόνια της εφηβείας κλεινόμουν στο δωμάτιό μου με μία σχεδόν αρρωστημένη αφοσίωση και δεν ήταν λίγες οι φορές που διαβάζοντας ασταμάτητα είχα δει το φως της αυγής στο παράθυρο. Χωρίς εκείνη ποτέ να με εμποδίσει. Κι έτσι συνέχιζα να κοιμάμαι αργά, συχνά με μάτια μουσκεμένα εξαιτίας της συγκίνησης από κάτι που είχα διαβάσει. Τα συναισθήματά μου εκείνες τις πρώτες πρωινές ώρες μου φαίνονταν θαυμαστά πλούσια σε σχέση την αποστασιοποίηση που ένιωθα για τις υποθέσεις της ημέρας.

Ενηλικιώθηκα χωρίς να πάψω ούτε μέρα να διαβάζω τα βράδια. Είχα φθάσει να το υπερηφανεύομαι πως δεν είχα περάσει ούτε μια νύχτα χωρίς βιβλίο. Ακόμα κι όταν δεν ήμουν μόνη, παρόλο που αυτό ήταν μια αρκετά σπάνια περίπτωση, μετά από ό,τι γινόταν, εγώ έπιανα το διάβασμα. Δεν γίνονταν εξαιρέσεις σε αυτό, εκτός από εκείνη τη φορά που είχα πιει τόσο πολύ που έπεσα στο κρεβάτι σχεδόν αναίσθητη, μια πραγματικά μελανή σελίδα στο αρχείο των αναγνωστικών επιδόσεων μου. Ήταν το στυλ μου, η υπογραφή μου, η δύναμή μου θα μπορούσε να πει κανείς, ιδίως αν αναλογιζόταν πως ζούσα με πέντε, το πολύ έξι ώρες ύπνο ημερησίως. Οφείλω να ομολογήσω, όμως, πως δεν είμαι σε θέση να αποφανθώ αν όντως διάβαζα γιατί δεν είχα ύπνο ή συνέβαινε το αντίθετο. Όπως κι αν είχαν τα πράγματα, η μητέρα μου δεν είχε επιχειρήσει ποτέ να πει την άποψή της πάνω στο θέμα, ούτε και να με νουθετήσει. Παρόλο που έμοιαζα με βρικόλακα.

Τελικά, μέσω μιας σειράς συγκυριών που δεν μπορώ να θεωρήσω τυχαίες, βρήκα εργασία σε ένα γραφείο που είχε την απαίτηση από εμένα να βρίσκομαι στο πόστο μου στις εννέα. Μετά από λίγο καιρό ο ύπνος μου έγινε όπως των άλλων ανθρώπων και η μητέρα μου, μέσα από ένα στόμα στολισμένο με μία νέα οδοντοστοιχία, δήλωσε πόσο χαρούμενη ήταν που είχα καταφέρει να λύσω το μεγάλο πρόβλημα της ζωής μου. Ευτυχώς, ήμουν τόσο κατάκοπη εξαιτίας της απαιτητικής δουλειάς μου, που δεν είχα τη δύναμη να της απαντήσω ότι το νέο μου πρόβλημα ήταν πολύ μεγαλύτερο και ίσως άλυτο. Γιατί μου είναι αβάσταχτο να αφανίζομαι κάθε βράδυ από τον ύπνο μη έχοντας προλάβει να διαβάσω ούτε μία σελίδα από το βιβλίο του κομοδίνου.

Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι για κάποια δευτερόλεπτα πριν κοιμηθώ ο συγγραφέας του βιβλίου μου παραδίδει τη σκυτάλη και γίνομαι εγώ ο αφηγητής της ιστορίας που διαβάζω δημιουργώντας, με τα μάτια ανοιχτά, ένα υπέροχο νανούρισμα για τον εαυτό μου. Τελικά, όμως, κι αυτό προβληματικό το βρίσκω, αφού είναι εντελώς αδύνατο να καταγράψω αυτές τις ιστορίες που επινοώ και ανήκουν κατ’ αποκλειστκότητα στον κόσμο του ύπνου.

Πάντως, όταν βρέχει τα πάντα γίνονται πιο ανεκτά.


30 Ιουλίου 1917 (Φραντς Κάφκα)

Αποσπάστηκε από την ομήγυρη. Ομίχλη φύσηξε ολογυρά του. Ένα στρογγυλό ξέφωτο. Το πουλί φοίνικας στους θάμνους. Ένα χέρι που έκανε ολοένα το σήμα του σταυρού πάνω σε ένα αθέατο πρόσωπο. Δροσερή, αιώνια βροχή, ένα μεταβλητό τραγούδι σαν από στήθος που αναπνέει. 

[Franz Kafka, Όνειρα, μτφρ. Α. Ρασιδάκη για τις εκδόσεις Άγρα (2020)]

Sunday, 4 October 2020

How to trully enjoy the rain, suggestion 1/ 4,597

Με τσάι, καφέ, ουίσκι, κρασί, σοκολάτα, ρακή, ακόμη και νεράκι του θεού. Όσο για το παράθυρο, γίνεται και απέξω (ωραίο και αυτό)




 

Saturday, 3 October 2020

My neighbour Totoro, Hayao Miyazaki (1988)





 

Ελένη, Οδυσσέας Ελύτης (1940)

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Ολα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας
λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές
γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε - σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Οχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ενα θολό συναίσθημα
H μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μέσ' στις ψυχές μας
που όσο παν κι απομακρύνονται.

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Και αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ώ! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι
χτύπημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη
βροχή δάκρυα και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' άλλα μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους
προορισμόν: Εσένα!

 

 

Sunday, 27 September 2020

A drink in the rain, Richard Stacks (1955)

April 5, 1955 – “A Drink in the Rain” was awarded 1st place in Pictorial class in the Baltimore Press Photographers Association Annual Contest. Stacks won 5 additional awards


 

 


Saturday, 26 September 2020

Sicilian rain through the eyes of Enzo Sellerio (1924-2012)

 

Philip Kerr, Οι Βιολέτες του Μάρτη (1989)

Μέχρι το σταθμό του ζωολογικού κήπου το εισιτήριο με το τρένο κόστιζε δέκα πφένιχ. Ο σταθμός είχε βαφτεί, για να φαίνεται ιδιαίτερα περιποιημένος για τους δεκαπενθήμερους αγώνες. Ακόμα και οι τοίχοι των σπιτιών που συνόρευαν με το σταθμό είχαν περαστεί ένα χέρι λευκή μπογιά. Όμως πάνω από την πόλη, εκεί που το αερόπλοιο Χίντενμπεργκ έκανε βόλτες ανεμίζοντας μια Ολυμπιακή σημαία, ο ουρανός είχε μαζέψει μια σκυθρωπή συμμορία από σκουρόχρωμα σύννεφα. Φεύγοντας από το σταθμό η Ίνγκε κοίταξε προς τα πάνω και είπε: «Θα τους άξιζε να βρέξει. Κι ακόμα καλύτερο θα ήταν να έβρεχε όλο το δεκαπενθήμερο». 
«Αυτό είναι το μόνο που δεν μπορούν να ελέγξουν», είπα.
 
[Philip Kerr, Οι Βιολέτες του Μάρτη (1989), 
μτφρ. Α. Καλοκύρη για τις εκδόσεις Κέδρος (2003)]


 

Tuesday, 22 September 2020

Stargazer, Rainbow (1976)

High noon, oh I'd sell my soul for water
Nine years worth of breakin' my back
There's no sun in the shadow of the wizard
See how he glides, why he's lighter than air?
Oh I see his face!

Where is your star?
Is it far, is it far, is it far?
When do we leave?
I believe, yes, I believe

In the heat and the rain
With whips and chains
To see him fly
So many die
We build a tower of stone
With our flesh and bone
Just to see him fly
But don't know why
Now where do we go?

Hot wind, moving fast across the desert
We feel that our time has arrived
The world spins, while we put his dream together
A tower of stone to take him straight to the sky
Oh I see his face!

All eyes see the figure of the wizard
As he climbs to the top of the world
No sound, as he falls instead of rising
Time standing still, then there's blood on the sand
Oh I see his face!

[by Ronnie James Dio & Ritchie Blackmore, from the album Rising (1976)]

Stargazer



 

Sunday, 20 September 2020

H. P. Lovecraft, Οι άλλοι Θεοί (1921)

Μερικές φορές οι Θεοί μελαγχολούν όταν θυμούνται τις κορυφές που κάποτε κατοικούσαν. Μέσα στη γαλήνια νύχτα τις επισκέπτονται ξανά και κλαίνε με ήρεμα δάκρυα προσπαθώντας να παίξουν, όπως τον παλιό καιρό, στις γεμάτες αναμνήσεις πλαγιές. Οι άνθρωποι ακούγοντας τους λυγμούς των Θεών στη χιονοσκέπαστη κορυφή του Θουράι νόμιζαν στην αρχή πως ήταν η βροχή. Έχουν ακούσει τα κλάματα των Θεών στους παραπονεμένους αγέρηδες που φυσούν από το Λέριον. Με συννεφένια καράβια ταξιδεύουν οι Θεοί. Κάποιοι σοφοί χωριάτες, αποκρυπτογραφώντας παλιούς θρύλους, φροντίζουν να μην ανεβαίνουν ποτέ σε ορισμένες κορυφές τη νύχτα, ιδίως όταν έχει συννεφιά, γιατί οι Θεοί δεν είναι πλέον σπλαχνικοί όπως τον παλιό καιρό.
 
[από τη συλλογή 
Η ονειρική αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ και άλλα διηγήματα (1926), 
μτφρ. Τ. Ρούσου για τις εκδόσεις Αίολος, 1988]