Ο άνεμος λυσσομανούσε στον κάμπο, ταράζοντας τα φύλλα στις αμυγδαλιές, δημιουργώντας εδώ κι εκεί μικρούς στροβίλους άμμου ανάμεσα στους μακρινούς τάφους. Έρχεται βροχή, είπε ο Παππούς στους νεκρούς, ατενίζοντας με ανακούφιση τα στρουμπουλά σύννεφα να καλύπτουν τον ουρανό. Δόξα τω Θεώ, έρχεται η βροχή, επανέλαβε, αλλά μην ανησυχείτε. Μια μοναχική βαριά σταγόνα έπεσε στο χέρι που κρατούσε το φτυάρι. Ο Παππούς την έφερε στα χείλια του για να γλείψει τη γλύκα της πρώτης βροχής της εποχής. Έπρεπε να βιαστεί, να σκεπάσει τα πτώματα πριν ανοίξουν οι ουρανοί: πρώτα μ’ ένα στρώμα ασβέστη, μετά μ’ ένα δεύτερο άμμου, και ύστερα να βάλει από πάνω πέτρες, ώστε να μην έρθουν μέσα στη νύχτα τα αδέσποτα και ξεθάψουν τα σώματα. Μην ανησυχείτε, συνέχισε να τους λέει, μ’ έναν ψίθυρο λίγο πιο δυνατό από γουργουρητό. Μην αγχώνεστε και μην απελπίζεστε, μόνο καθίστε εκεί. Ο ουρανός άστραψε, κι ένα υπόκωφο μπουμπουνητό τάραξε συθέμελα τη γη. Η βροχή δεν μπορεί να σας βλάψει τώρα, και το σκοτάδι δεν διαρκεί για πάντα. Βλέπετε εκεί πέρα; Βλέπετε εκείνο το φωτάκι που φέγγει στο βάθος; Εκείνο το μικρό φως που μοιάζει με αστέρι; Εκεί πρέπει να πάτε, τους είπε· εκεί είναι η έξοδος από τούτη εδώ την τρύπα.
[Fernanda Melchor, Η εποχή των τυφώνων (2017), μτφρ. Α. Βασιλάκου για τις εκδόσεις Δώμα (2021)]

No comments:
Post a Comment